ΠΡΑΚΤΙΚΑ

Περίδος: ΙΑ, Σύνοδος: Β΄, Συνεδρίαση: ΝΘ΄ 10/01/2006

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΙΑ΄
ΣΥΝΟΔΟΣ Α΄
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΝΘ΄
Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2006
ΘΕΜΑΤΑ
Α. ΕΙΔΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ
Άδεια απουσίας του Βουλευτή κ. Α. Σπηλιοτόπουλου, σελ.
Β. ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ
1. Κατάθεση αναφορών, σελ.
2. Απαντήσεις Υπουργών σε ερωτήσεις Βουλευτών, σελ.
Γ. ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
1. Συζήτηση επί της αρχής του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων: «Δομή και λειτουργία της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης», σελ.
2. Επί της Συνταγματικότητας του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων., σελ.
ΟΜΙΛΗΤΕΣ
Α. Επί του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων:
ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Γ., σελ.
ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ Ε., σελ.
ΓΕΙΤΟΝΑΣ Κ., σελ.
ΓΙΑΝΝΑΚΟΥ Μ., σελ.
ΔΗΜΑΡΑΣ Ι., σελ.
ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ Ι., σελ.
ΚΑΡΑΓΚΟΥΝΗΣ Α., σελ.
ΚΑΣΤΑΝΙΔΗΣ Χ., σελ.
ΚΟΡΚΑ-ΚΩΝΣΤΑ Α., σελ.
ΚΟΣΜΙΔΗΣ Σ., σελ.
ΚΟΥΤΣΟΥΚΟΣ Ι., σελ.
ΛΕΒΕΝΤΗΣ Α., σελ.
ΛΟΒΕΡΔΟΣ Α., σελ.
ΜΑΝΟΣ Σ., σελ.
ΜΕΡΕΝΤΙΤΗ Α., σελ.
ΝΑΣΙΩΚΑΣ Ε., σελ.
ΠΑΝΤΟΥΛΑΣ Μ., σελ.
ΠΟΛΥΔΩΡΑΣ Β., σελ.
ΣΧΟΙΝΑΡΑΚΗ-ΗΛΙΑΚΗ Ε., σελ.
ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ Σ., σελ.
ΤΣΑΛΙΔΗΣ Φ., σελ.
ΤΣΙΠΛΑΚΗΣ Κ., σελ.
ΦΟΥΣΑΣ Α., σελ.
ΧΑΙΔΟΣ Χ., σελ.
ΧΑΙΤΙΔΗΣ Ε., σελ.
ΧΟΥΡΜΟΥΖΙΑΔΗΣ Γ., σελ.
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΑΚΗΣ Ν., σελ.
ΧΡΥΣΗΣ Β., σελ.
Β. Επί της Συνταγματικότητας του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων:
ΓΙΑΝΝΑΚΟΥ Μ., σελ.
ΚΑΣΤΑΝΙΔΗΣ Χ., σελ.
ΚΟΛΟΖΩΦ Ο., σελ.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ Ν., σελ.
ΛΟΒΕΡΔΟΣ Α., σελ.
ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ Π., σελ.
ΠΟΛΥΔΩΡΑΣ Β., σελ.
ΤΣΑΛΙΔΗΣ Φ., σελ.

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΒΟΥΛΗΣ
ΙΑ΄ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΜΕΝΗΣ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΣΥΝΟΔΟΣ Β΄
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΝΘ΄
Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2006
Αθήνα, σήμερα στις 10 Ιανουαρίου 2006, ημέρα Τρίτη και ώρα 18.26΄ συνήλθε στην Αίθουσα των συνεδριάσεων του Βουλευτηρίου η Βουλή σε ολομέλεια για να συνεδριάσει υπό την προεδρία της Προέδρου αυτής κ. ΑΝΝΑΣ ΜΠΕΝΑΚΗ-ΨΑΡΟΥΔΑ.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη - Ψαρούδα): Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, αρχίζει η συνεδρίαση.
Πριν ξεκινήσουμε, να ευχηθώ χρόνια πολλά, καλή χρονιά –εγώ τώρα ανεβαίνω στην Έδρα- και όλα τα καλά σε όλους.
ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΕΣ: Ευχαριστούμε, κυρία Πρόεδρε.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη - Ψαρούδα): Παρακαλείται ο κύριος Γραμματέας να ανακοινώσει τις αναφορές προς το Σώμα.
(Ανακοινώνονται προς το Σώμα από τον κ. Κωνσταντίνο Τσιπλάκη, Βουλευτή Σερρών, τα ακόλουθα:
Α. ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΑΝΑΦΟΡΩΝ
1) Ο Γ΄ Αντιπρόεδρος της Βουλής και Βουλευτής Πειραιά κ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΡΑΓΑΚΗΣ κατάθεσε αναφορά με την οποία η Αρμενική Εθνική Επιτροπή Ελλάδος ζητεί την προστασία των ιστορικών αρμενικών μνημείων στο κοιμητήριο της Τζούλφα, στην επαρχία Ναχιτσεβάν του Αζερμπαϊτζάν.
2) Η Βουλευτής Εύβοιας κ. ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΠΕΡΛΕΠΕ-ΣΗΦΟΥΝΑΚΗ κατέθεσε αναφορά με την οποία ο Δήμος Καρύστου Εύβοιας διαμαρτύρεται για τη μεγάλη αύξηση της αντικειμενικής αξίας των ακινήτων της περιοχής του.
3) Ο Βουλευτής Β΄ Αθηνών κ. ΣΤΑΥΡΟΣ ΜΠΕΝΟΣ κατέθεσε δημοσίευμα εφημερίδας το οποίο αναφέρεται στο κυκλοφοριακό πρόβλημα της πόλης των Αθηνών.
4) Ο Βουλευτής Λασιθίου κ. ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΡΧΙΜΑΚΗΣ κατέθεσε δημοσίευμα εφημερίδας στο οποίο ζητείται η άμεση αποκατάσταση των κατολισθήσεων στην εθνική οδό Αγίου Νικολάου-Ηρακλείου.
5) Ο Βουλευτής Λασιθίου κ. ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΡΧΙΜΑΚΗΣ κατέθεσε δημοσίευμα εφημερίδας στο οποίο ζητείται η εντατικοποίηση των ελέγχων για την πάταξη του παραεμπορίου των αγροτικών προϊόντων.
6) Ο Βουλευτής Λασιθίου κ. ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΡΧΙΜΑΚΗΣ κατέθεσε δημοσίευμα εφημερίδας στο οποίο ζητείται να ληφθούν μέτρα για τη διάθεση της αγροτικής παραγωγής της Ιεράπετρας Λασιθίου στην ευρωπαϊκή αγορά.
7) Ο Βουλευτής Λασιθίου κ. ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΡΧΙΜΑΚΗΣ κατέθεσε δημοσίευμα εφημερίδας στο οποίο οι αγρότες της Ιεράπετρας Λασιθίου ζητούν παράταση για την πιστοποίηση των προϊόντων τους.
8) Ο Βουλευτής Λασιθίου κ. ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΡΧΙΜΑΚΗΣ κατέθεσε δημοσίευμα εφημερίδας στο οποίο ζητείται η προώθηση της συνταγογράφησης των αγροχημικών και τον έλεγχο διανομής τους.
9) Ο Βουλευτής Λασιθίου κ. ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΡΧΙΜΑΚΗΣ κατέθεσε δημοσίευμα εφημερίδας στο οποίο επισημαίνεται η έλλειψη προσωπικού στην παιδόπολη Νεάπολης Λασιθίου.
10) Ο Βουλευτής Λασιθίου κ. ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΡΧΙΜΑΚΗΣ κατέθεσε αναφορά με την οποία η κ. Ευαγγελία Γερμανού ζητεί την επίλυση συνταξιοδοτικού της προβλήματος.
11) Ο Βουλευτής Λασιθίου κ. ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΡΧΙΜΑΚΗΣ κατέθεσε αναφορά με την οποία ο κ. Μηνάς Γαϊτανάκης ζητεί την επίλυση συνταξιοδοτικού θέματος της συζύγου του, Κυριακής Γαϊτανάκη.
12) Ο Βουλευτής Λασιθίου κ. ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΡΧΙΜΑΚΗΣ κατέθεσε αναφορά με την οποία η κ. Υπαπαντή Αλέξη ζητεί πληροφορίες για πιθανή συνταξιοδότησή της.
13) Ο Βουλευτής Λασιθίου κ. ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΡΧΙΜΑΚΗΣ κατέθεσε αναφορά με την οποία η Πανελλήνια ’Ενωση Τεχνολόγων Τροφίμων υποβάλλει προτάσεις της για την οργάνωση ελέγχων των τροφίμων.
14) Ο Βουλευτής Λασιθίου κ. ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΡΧΙΜΑΚΗΣ κατέθεσε αναφορά με την οποία ο Δήμος Ιεράπετρας ζητεί να ληφθούν μέτρα για τη διάθεση των κρητικών προϊόντων στη γερμανική αγορά.
15) Ο Βουλευτής Λασιθίου κ. ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΡΧΙΜΑΚΗΣ κατέθεσε αναφορά με την οποία το Τμήμα Ανατολικής Κρήτης του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας ζητεί την εξόφληση των ληξιπρόθεσμων οφειλών στους εργολήπτες Δημοσίων Έργων Νομού Ηρακλείου.
16) Ο Βουλευτής Λασιθίου κ. ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΡΧΙΜΑΚΗΣ κατέθεσε αναφορά με την οποία ο Δρ. Γεώργιος Χατζημαρκάκης, ευρωβουλευτής των Γερμανών Φιλελευθέρων αναφέρεται σε αναγκαίους χειρισμούς για τη διάθεση των κρητικών κηπευτικών προϊόντων στη γερμανική αγορά.
17) Ο Βουλευτής Λασιθίου κ. ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΡΧΙΜΑΚΗΣ κατέθεσε αναφορά με την οποία ο κ. Δεσύλλας Σπυρίδων εκφράζει τις απόψεις του για υπόθεσή του στο Λιμενικό Σώμα.
18) Ο Βουλευτής Λασιθίου κ. ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΡΧΙΜΑΚΗΣ κατέθεσε αναφορά με την οποία ο Σύλλογος Κατοίκων του Ηλιακού Χωριού ζητεί την υλοποίηση του έργου της αναβάθμισης και του εκσυγχρονισμού των ενεργειακών συστημάτων του Ηλιακού Χωριού.
19) ο Βουλευτής Αιτωλ/νίας κ. ΧΡΙΣΤΟΣ ΒΕΡΕΛΗΣ κατέθεσε αναφορά με την οποία ο Δήμος Ινάχου ζητεί να ονομαστεί η Γέφυρα Ζεύξης Ρίου Αντιρρίου, σε «ΓΕΦΥΡΑ ΧΑΡΙΛΑΟΣ ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ».
20) Η Βουλευτής Μαγνησίας κ. ΖΕΤΤΑ ΜΑΚΡΗ κατέθεσε αναφορά με την οποία ζητεί την ορθή αναγραφή του ονόματος του Ρήγα Βελεστινλή, στα σχολικά βιβλία της ιστορίας.
21) Ο Βουλευτής Αχαΐας κ. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ κατέθεσε δημοσίευμα εφημερίδας το οποίο αναφέρεται στη χρηματοδότηση των φορέων και συλλόγων του Νομού Αρκαδίας.
22) Ο Βουλευτής Αχαΐας κ. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ κατέθεσε δημοσίευμα εφημερίδας το οποίο αναφέρεται στην παλαιότητα των λεωφορείων του Αστικού Κ.Τ.Ε.Λ. της Πάτρας.
23) Ο Βουλευτής Αχαϊας κ. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ κατέθεσε δημοσίευμα εφημερίδας το οποίο αναφέρεται στις περιβαλλοντικές εκτιμήσεις που αφορούν στην Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας.
24) Ο Βουλευτής Αχαϊας κ. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ κατέθεσε δημοσίευμα εφημερίδας το οποίο αναφέρεται σε αίτημα απαλλοτρίωσης περιουσιών στο έλος της Αγυιάς.
25) Ο Βουλευτής Αχαΐας κ. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ κατέθεσε αναφορά με την οποία αναφέρεται ο Πανελλήνιος Επιστημονικός Σύλλογος Θεατρολόγων ζητεί την ένταξη του μαθήματος του θεάτρου στην εκπαίδευση και τη θέσπιση οργανικών θέσεων για τους θεατρολόγους εκπαιδευτικούς.
26) Ο Βουλευτής Αχαΐας κ. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ κατέθεσε αναφορά με την οποία τα Δημοτικά Διαμερίσματα του Δήμου Ακράτας της 6ης Γεωγραφικής Ενότητας του Νομού Αχαϊας ζητούν τη δημιουργία του Δήμου Κραθίδας.
27) Ο Βουλευτής Αχαΐας κ. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ κατέθεσε αναφορά με την οποία η Δ.Α.Κ.Ε.-ΕΛ.ΤΑ. Θεσσαλονίκης καταγγέλλει το Διευθύνοντα Σύμβουλο των ΕΛ.ΤΑ. για τις επιλογές πωλητών.
28) Ο Βουλευτής Αχαΐας κ. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ κατέθεσε αναφορά με την οποία η Α.Ε. Αυτοκινητοδρόμιο Πάτρας ζητεί την ένταξη του Αυτοκινητοδρομίου Πάτρας στον αναπτυξιακό νόμο.
29) Ο Βουλευτής Αχαΐας κ. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ κατέθεσε αναφορά με την οποία η Ομοσπονδία Ενώσεων Συλλόγων Γονέων Ν.Αχαϊας ζητεί την εφαρμογή εθνικής πολιτικής στον τομέα της παιδείας με στόχο τη βελτίωση του γνωστικού επιπέδου των μαθητών, την ανάπτυξη της δημιουργικότητάς τους κ.λπ..
30) Ο Βουλευτής Αχαΐας κ. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ κατέθεσε αναφορά με την οποία ο Εμπορικός και Εισαγωγικός Σύλλογος Πατρών ζητεί να δημιουργηθούν στην Πάτρα εξεταστικά κέντρα για τα ειδικά μαθήματα των Πανελλήνιων Εξετάσεων.
31) Ο Βουλευτής Αχαΐας κ. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ κατέθεσε αναφορά με την οποία η Πολυτεκνική Οργάνωση Πατρών και Περιχώρων ζητεί τη χορήγηση τροφίμων στις πολύτεκνες οικογένειες της περιοχής.
32) O Βουλευτής Αχαΐας κ. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ κατέθεσε αναφορά με την οποία η Επιτροπή Εξυγίανσης των Ναυπηγοεπισκευαστικών Επιχειρήσεων ζητεί τη νομοθετική ρύθμιση του ζητήματος των αυξημένων ασφαλιστικών εισφορών για τις επιχειρήσεις της Ν/Ζώνης.
33) O Βουλευτής Αχαΐας κ. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ κατέθεσε αναφορά με την οποία η Περιφερειακή Διεύθυνση Δυτικής Ελλάδας των Ελληνικών Ταχυδρομείων ζητεί την ανακαίνιση του Ταχυδρομικού Μεγάρου της Πάτρας.
34) O Βουλευτής Μεσσηνίας κ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΟΥΣΕΛΑΣ κατέθεσε αναφορά με την οποία η Τοπική ΄Ενωση Δήμων και Κοινοτήτων Νομού Μεσσηνίας εκφράζει τις αντιρρήσεις της για τη λειτουργία μονάδας ηλεκτρικής ενέργειας στην περιοχή Ακριτοχωρίου του Νομού Μεσσηνίας.
35) Ο Βουλευτής Αχαΐας κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ κατέθεσε αναφορά με την οποία ο Δήμαρχος Ρίου ζητεί την τοποθέτηση φωτεινών σηματοδοτών σε συγκοινωνιακό κόμβο του Ρίου.
36) Ο Βουλευτής Β΄ Αθηνών κ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΡΑΓΑΣΑΚΗΣ κατέθεσε αναφορά με την οποία ο κ. Πουλάκης Μανώλης ζητεί την εξομοίωση του διπλώματος Ραδιοτηλεγραφητών Β΄Τάξης, με το αντίστοιχο της Α΄Τάξης.
37) Ο Βουλευτής Β΄ Αθηνών κ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΡΑΓΑΣΑΚΗΣ κατέθεσε αναφορά με την οποία ο Σύλλογος Εργαζομένων Αγροτικής Τράπεζας Ελλάδας ζητεί από την Α.Τ.Ε. την υπογραφή ικανοποιητικής Ε.Σ.Σ.Ε..
38) Ο Βουλευτής Πέλλας κ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΑΣΜΑΝΗΣ κατέθεσε αναφορά με την οποία η κ. Τσίτα Γεσθημανή ζητεί να ενημερωθεί για τα δικαιώματά της, ως πολύτεκνη.
39) Ο Βουλευτής Πέλλας κ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΑΣΜΑΝΗΣ κατέθεσε αναφορά με την οποία ο κ. Ραμπίδης Αντώνιος ζητεί να εκτίσει στην Ελλάδα την ποινή του για τροχαίο ατύχημα που συνέβη στην Ουγγαρία.
40) Ο Βουλευτής Πέλλας κ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΑΣΜΑΝΗΣ κατέθεσε αναφορά με την οποία ο κ. Παπαδόπουλος Ιωάννης ζητεί να αποζημιωθεί για κατασκευαστικές εργασίες σε λύκειο της περιοχής Γιαννιτσών.
41) Ο Βουλευτής Πέλλας κ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΑΣΜΑΝΗΣ κατέθεσε αναφορά με την οποία ο κ. Τσαμαλδούπης Κυριάκος ζητεί επίλυση προβλήματός από την Εφορία Πέλλας.
42) Ο Βουλευτής Πέλλας κ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΑΣΜΑΝΗΣ κατέθεσε αναφορά με την οποία ο κ. Βελόπουλος Απόστολος ζητεί να ενημερωθεί για τα συνταξιοδοτικά δικαιώματά από το Τ.Σ.Α..
43) Ο Βουλευτής Πέλλας κ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΑΣΜΑΝΗΣ κατέθεσε αναφορά με την οποία ο κ. Παλαμούτης Εμμανουήλ ζητεί να ενημερωθεί σχετικά με τα συνταξιοδοτικά δικαιώματά από τον Ο.Γ.Α..
44) Ο Βουλευτής Πέλλας κ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΑΣΜΑΝΗΣ κατέθεσε αναφορά με την οποία η κ. Σαββίδου Μαρία ζητεί να ενημερωθεί για τις διαδικασίες σχετικά με τη συνταξιοδότησή της από το Ι.Κ.Α..
45) Ο Βουλευτής Πέλλας κ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΑΣΜΑΝΗΣ κατέθεσε αναφορά με την οποία ο κ. Καρράς Χρήστος ζητεί να παραμείνει αυτοτελής η Κοινότητα Άγρα του Νομού Πέλλας.
46) Ο Βουλευτής Φθιώτιδας κ. ΗΛΙΑΣ ΚΑΛΛΙΩΡΑΣ κατέθεσε αναφορά με την οποία η Επιτροπή Εργαζομένων στην υπό εκκαθάριση Α.Ε «ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΕΛΕΥΣΙΝΑΣ» ζητεί τη νομοθετική ρύθμιση του ζητήματος της συμπληρωματικής αποζημίωσης των εργαζομένων.
Β. ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΥΠΟΥΡΓΩΝ ΣΕ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΩΝ
1. Στην με αριθμό 5276/7-12-05 ερώτηση των Βουλευτών κ. Λιάνας Κανέλλη και κυρίων Νικολάου Γκατζή και Άγγελου Τζέκη δόθηκε με το υπ’ αριθμ. Β13-630/19-12-2005 έγγραφο από τον Υφυπουργό Ανάπτυξης η ακόλουθη απάντηση:
«Απαντώντας στην με αριθμ. 5276/7-12-05 ερώτηση, που κατέθεσαν στη Βουλή των Ελλήνων οι Βουλευτές κ.κ. Λιάνα Κανέλλη, Νίκος Γκατζής και Άγγελος Τζέκης, με θέμα «Λαϊκές αγορές βιολογικών προϊόντων», σας γνωστοποιούμε ότι
Για το εν λόγω θέμα είμαστε στη διαδικασία της διαβούλευσης με τους εμπλεκόμενους φορείς πάντα με σκοπό το υγιές εμπόριο, την εφαρμογή της κείμενης νομοθεσίας, την καλύτερη εξυπηρέτηση των καταναλωτών και την πρόσβαση όσο το δυνατό περισσοτέρων στα βιολογικά προϊόντα.
Επίσης σας γνωρίζουμε ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου μας, σε συνεργασία με το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων παρακολουθούν και μελετούν τις εξελίξεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο των θεμάτων που αφορούν τα βιολογικά προϊόντα. Η ανάπτυξη του τομέα αυτού είναι μέλημά μας και η κάθε νομοθετική πρωτοβουλία μας σ' αυτή την κατεύθυνση κινείται και είναι συμβατή τόσο με το Κοινοτικό Δίκαιο, όσο και με τις συνθήκες και ανάγκες της ελληνικής οικονομίας.
Ο Υφυπουργός
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ»
2. Στην με αριθμό 5149/1-12-2005 ερώτηση του Βουλευτή κ. Άγγελου Μανωλάκη δόθηκε με το υπ’ αριθμ. ΟΙΚ64535/20-12-05 έγγραφο από τον Υφυπουργό Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης η ακόλουθη απάντηση:
«Σε απάντηση της ανωτέρω σχετικής Ερώτησης του βουλευτή κ. Α. Μανωλάκη, σχετικά με το Λιμάνι της Κορίνθου, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα, κατά λόγο αρμοδιότητάς μας:
Για το συγκεκριμένο λιμενικό ταμείο, έχει εκδοθεί π. δ/μα σύστασης του Δημοτικού Λιμενικού Ταμείου Κορινθίων, ενώ δεν εκδόθηκε ακόμα π.δ/μα κατάργησης του Κρατικού Λιμενικού Ταμείου εν όψει τυχόν αποδοχής της αριθμ.365/2005 γνωμοδότησης της Ολομέλειας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους από τον Υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας. Η εν λόγω γνωμοδότηση αφορά την αναγκαιότητα ή μη κατάργησης του υφιστάμενου Κρατικού Λιμενικού Ταμείου με ξεχωριστό Προεδρικό Διάταγμα, μετά τη μεταφορά των αρμοδιοτήτών του σε δημοτικό ή νομαρχιακό νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου.
Επιπλέον, σας γνωρίζουμε ότι η διαδικασία της σύστασης των λοιπών δημοτικών, διαδημοτικών ή νομαρχιακών ταμείων είναι σε εξέλιξη και οι αρμόδιες υπηρεσίες των παραπάνω Υπουργείων επεξεργάζονται τα εναπομείναντα σχέδια προεδρικών διαταγμάτων, σύμφωνα με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο.
Κατά τα λοιπά αρμόδιο είναι το συνερωτώμενο Υπουργείο.
Ο Υφυπουργός
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΝΑΚΟΣ»
3. Στις με αριθμό 4719/18-11-05 και 5230/6-12-05 ερωτήσεις του Βουλευτή κ. Αθανασίου Λεβέντη δόθηκε με το υπ’ αριθμ. 127879/20-12-05 έγγραφο από τον Υφυπουργό Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης η ακόλουθη απάντηση:
«Απαντώντας στις με αρ. 4719/18-11-2005 και 5230/6-12-05 ερωτήσεις που κατατέθηκαν στη Βουλή από το Βουλευτή κ. Θ. Λεβέντη, σχετικά με τη δημιουργία Κέντρου Υγείας στη Β.Α. Αττική, σας γνωρίζουμε τα εξής:
Στην περιοχή λειτουργεί το Κέντρο Υγείας Καπανδριτίου ως αποκεντρωμένη οργανική μονάδα του ΓΝ Ν. Ιωνίας «Αγία Όλγα» με τα Περιφερειακά Ιατρεία Αυλώνα, Αφιδνών, Καλάμου και Σκάλας Ωρωπού, τα οποία λειτουργούν ως αποκεντρωμένες μονάδες του εν λόγω Κέντρου Υγείας.
Όσον αφορά στην περιοχή του Δηλεσίου, σας γνωρίζουμε ότι προωθείται κοινή υπουργική απόφαση σύστασης Περιφερειακού Ιατρείου, ως αποκεντρωμένης μονάδας του Κέντρου Υγείας Σχηματαρίου, για δημοσίευση στην Εφημερίδα της Kυβερνήσεως.
Στο Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης δεν εκκρεμεί αίτημα σύστασης μονάδας πρωτoβάθμιας φροντίδας υγείας στην περιοχή.
Ο Υφυπουργός
Α. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ»
4. Στην με αριθμό 4586/15-11-2005 ερώτηση του Βουλευτή κ. Δημητρίου Κωνσταντάρα δόθηκε με το υπ’ αριθμ. 357/22-11-05 έγγραφο από τον Υφυπουργό Πολιτισμού η ακόλουθη απάντηση:
«Σε απάντηση της από 15/11/2005 ερώτησης του Βουλευτή Κ. Δ. Κωνσταντάρα και κατά το μέρος που αφορά στο υπουργείο μας, σας γνωρίζουμε ότι η ηθική αναγνώριση όσων συνέβαλαν στην ανάληψη και τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 έχει διακηρυχθεί με κάθε τρόπο και σε κάθε ευκαιρία τόσο από τους υπεύθυνους του «Αθήνα 2004» όσο και από τα αρμόδια κυβερνητικά στελέχη. Αρκετοί μάλιστα από τους εργασθέντες στα νομικά πρόσωπα που ιδρύθηκαν για την διεκδίκηση των Αγώνων του 1996 και κατόπιν του 2004 έχουν προσληφθεί στο Δημόσιο και ιδιαίτερα στη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού, όπου συνεχίζουν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως μόνιμοι υπάλληλοι.
Ο Υφυπουργός
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΟΡΦΑΝΟΣ»
5. Στην με αριθμό 790/28.7.05 ερώτηση του Βουλευτή κ. Μιχάλη Γιαννάκη δόθηκε με το υπ’ αριθμ. 271/25.8.05 έγγραφο από τον Υφυπουργό Πολιτισμού η ακόλουθη απάντηση:
«Σε απάντηση της από 28/07/2005 ερώτησης του Βουλευτή Κ. Μιχάλη Γιαννάκη, σχετικά με τη χρηματοδότηση βελτίωσης του γηπέδου της Κοινότητας Αντίκυρας του Ν. Βοιωτίας, σας γνωρίζουμε ότι θα πρέπει να υποβληθεί στη Γ.Γ.Α. έγγραφο αίτημα της Κοινότητας Αντίκυρας, συνοδευόμενο απαραίτητα από τον προϋπολογισμό που έχει συντάξει η ΤΥΔ (Ν. Βοιωτίας για το έργο αυτό, ώστε η Γ.Γ.Α. να μπορέσει να εξετάσει τη δυνατότητα ένταξής του στο Πρόγραμμα «ΘΗΣΕΑΣ».
Ο Υφυπουργός
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΟΡΦΑΝΟΣ»
6. Στην με αριθμό 1509/26.8.05 ερώτηση του Βουλευτή κ. Ιωάννου Γιαννέλλη δόθηκε με το υπ’ αριθμ. 7017/4/5411/16.9.05 έγγραφο από τον Υφυπουργό Δημόσιας Τάξης η ακόλουθη απάντηση:
«Σε απάντηση της ανωτέρω ερώτησης, που κατέθεσε ο Βουλευτής κ. Γ. Γιαννέλλης, σας γνωρίζουμε ότι το στεγαστικό πρόβλημα των Υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας απασχολεί σοβαρά το Υπουργείο μας και επιδιώκεται η σταδιακή επίλυσή του με τη στέγασή τους σε κατάλληλα κτίρια, που θα διαθέτουν σύγχρονους, άνετους και υγιεινούς χώρους εργασίας και διαμονής του προσωπικού και των προσερχόμενων σε αυτές πολιτών, καθώς και χώρους κατάλληλους για την ασφαλή και άνετη κράτηση των κρατουμένων.
Σε ό,τι αφορά τις αστυνομικές Υπηρεσίες της Μυτιλήνης, σας πληροφορούμε ότι αυτές πράγματι αντιμετωπίζουν στεγαστικό πρόβλημα, αφού στεγάζονται σε τρία κτίρια συνολικού εμβαδού 1.650 τ.μ. που δεν καλύπτουν τις στεγαστικές τους ανάγκες, λόγω στενότητας χώρων, αλλά και λόγω της ίδρυσης νέων Υπηρεσιών (Τμήμα Εγκληματολογικών Ερευνών, Υπηρεσία παραλαβής δικαιολογητικών εκδόσεων διαβατηρίων κ.λπ.).
Για την αντιμετώπιση του προαναφερόμενου προβλήματος, από την αρμόδια Διεύθυνση του Αρχηγείου της Αστυνομίας, συντάχθηκε πρόσφατα κτιριολογικό πρόγραμμα, σύμφωνα με το οποίο για την εύρυθμη λειτουργία των εν λόγω Υπηρεσιών απαιτείται κτίριο συνολικής ωφέλιμης επιφάνειας 2.400 τ.μ. Στην παρούσα χρονική στιγμή δεν υφίσταται δυνατότητα ανέγερσης κτιρίου και για την άμεση επίλυση του προβλήματος αποφασίστηκε η με δημοπρασία μίσθωση ακινήτου, έτοιμου ή υπό κατασκευή. Ήδη, για το σκοπό αυτό έχουν δρομολογηθεί οι σχετικές διαδικασίες και βρίσκονται σε εξέλιξη.
Πέραν αυτών σας πληροφορούμε ότι ανάλογη διαδικασία έχει δρομολογηθεί και για τη μεταστέγαση του Αστυνομικού Τμήματος Αγιάσου, το οποίο αντιμετωπίζει αντίστοιχα προβλήματα, ενώ έχει λήξει και η μισθωτική σύμβαση του κτιρίου που στεγάζεται σήμερα.
Ο Υφυπουργός
ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ»
7. Στην με αριθμό 1473/25.8.05 ερώτηση του Βουλευτή κ. Βασιλείου Οικονόμου δόθηκε με το υπ’ αριθμ. 191/16.9.05 έγγραφο από τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων η ακόλουθη απάντηση:
«Απαντώντας στην παραπάνω ερώτηση που κατέθεσε ο Βουλευτής κ. Β. Οικονόμου, σας πληροφορούμε τα εξής:
Ο χαρακτηρισμός των εκτάσεων του Λόφου Λεβίδη στο Δήμο Παλλήνης εκκρεμεί για εκδίκαση στην Α΄/θμια Επιτροπή Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων στην Περιφέρεια Αττικής και δεν είναι δυνατόν να υπολογισθεί ο χρόνος περαίωσης της διαδικασίας, δεδομένου ότι υπάρχει και η δυνατότητα προσφυγής στη Β΄/θμια Επιτροπή Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων.
Όταν περαιωθεί η διαδικασία, τότε από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Περιφέρειας Αττικής θα ληφθούν όλα τα αναγκαία μέτρα.
Ο Υπουργός
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ»
8. Στις με αριθμό 1675/31.8.05 και 1717/1.9.05 ερωτήσεις των Βουλευτών κυρίων Κρινιώς Κανελλοπούλου και Ασημίνας Ξηροτύρη-Αικατερινάρη δόθηκε με το υπ’ αριθμ. 230/16.9.05 έγγραφο από τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων η ακόλουθη απάντηση:
«Απαντώντας στις παραπάνω ερωτήσεις που κατέθεσαν οι Βουλευτές κ.κ. Κ. Κανελλοπούλου, Α. Ξηροτύρη-Αικατερινάρη, σας πληροφορούμε τα εξής:
«Η καταβολή της οικονομικής ενίσχυσης στη σταφίδα καθορίζεται από τα προβλεπόμενα στον Καν. (ΕΚ)1621/1999 της Επιτροπής.
Σχετικά με το θέμα της μείωσης της ελάχιστης απόδοσης σταφίδας, σημειώνεται ότι στον Καν. (ΕΚ) 1621/1999, στο Άρθρο 3, παρ. 2 αναφέρεται ότι:
«Ισχύουν οι ακόλουθες παρεκκλίσεις στην απαίτηση για την ελάχιστη απόδοση (4η παύλα): για τα αμπελοτεμάχια που υπέστησαν ζημιές από φυσικές καταστροφές, τα κράτη μέλη μειώνουν τις ποσότητες που αναφέρονται στη παράγραφο 1 στοιχείο γ (δηλαδή, την παραγωγή των ειδικευμένων αμπελοτεμαχίων τα οποία έχουν ελάχιστη απόδοση τουλάχιστον ίση με τις ακόλουθές ποσότητες 210 Κg/στρέμμα στη κορινθιακή και 300 Κg/στρέμμα στη σουλτανίνα) κατά το ποσοστό της ζημίας που πιστοποιήθηκε από τους οργανισμούς ασφάλισης. Στην περίπτωση ζημιών που δεν καλύπτονται από τους οργανισμούς ασφάλισης, τα κράτη μέλη καθορίζουν το ποσοστό της μείωσης της ελάχιστης απόδοσης για τις πληγείσες περιφέρειες και ενημερώνουν σχετικά την Επιτροπή».
Η μείωση της ελάχιστης απόδοσης στην περίπτωση που επικρατήσουν ζημιογόνα αίτια, πέραν αυτών που αποζημιώνει ο ΕΛΓΑ, πραγματοποιείται με την υπογραφή και έκδοση Κοινής Υπουργικής Απόφασης Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων.
Η ΚΥΑ αυτή υπογράφεται μετά από σχετική εισήγηση της Δ/νσης Αγροτικής Ανάπτυξης της κατά τόπο αρμόδιας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, με εκτίμηση και τεκμηρίωση του ποσοστού απώλειας της παραγωγής ανά πληγείσα περιοχή.
Το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (Δ/νση Μεταποίησης- Τυποποίησης και Ποιοτικού Ελέγχου Προϊόντων) βρίσκεται σε συνεχή επαφή με τις κατά τόπους Δ/νσεις Αγροτικής Ανάπτυξης των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων, προκειμένου να ενημερώνεται για τα προβλήματα παραγωγής που παρατηρούνται στη φετινή περίοδο, τόσο στην κορινθιακή σταφίδα όσο και στη σουλτανίνα.
Ο Υπουργός
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ»
9. Στην με αριθμό 1829/6.9.05 ερώτηση της Βουλευτού κ. Κρινιώς Κανελλοπούλου δόθηκε με το υπ’ αριθμ. 249/16.9.05 έγγραφο από τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων η ακόλουθη απάντηση:
«Απαντώντας στην παραπάνω ερώτηση που κατέθεσε η Boυλευτής κ. Κ. Κανελλοπούλου, για τα θέματα της αρμοδιότητάς μας, σας πληροφορούμε τα εξής:
α. Στους κτηνιάτρους δημοσίους υπαλλι1λους καταβάλλεται ανθυγιεινό επίδομα του Ν. 1160/1981, το οποίο διατηρήθηκε με το Ν. 2470/97, καθώς και με το Ν. 3205/2003 (άρθρο 8 παρ. 11), όπως αναπροσαρμόστηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 49 του Ν. 2873/2000 (ΦΕΚ 285/Α΄).
β. Τα επιδόματα των Ειδικών Λογαριασμών καταβάλλονται στους υπαλλήλους του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και των εποπτευομένων από αυτό Ν.Π.Δ.Δ..
Επίσης, τα εν λόγω επιδόματα καταβάλλονται στους πρώην υπαλλήλους του Υπουργείου Γεωργίας που μετατάχθηκαν στις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις και στις Περιφέρειες της χώρας, στους υπαλλήλους των Ν.Π.Δ.Δ. που καταργήθηκαν και μετατάχθηκαν στις Ν.Α. και στις Περιφέρειες, καθώς και στους νέους υπαλλήλους των Ν.Α. και των Περιφερειών, Γεωτεχνικούς και Τεχνολόγους Γεωπονίας, Δασοπονίας, Ιχθυολογίας, Κτηνιατρικών Εργαστηρίων κ.λ.π.
γ. Η αναπροσαρμογή των χορηγούμενων επιδομάτων, είναι θέμα γενικότερης εισοδηματικής πολιτικής και αρμοδιότητα του συνερωτώμενου Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών.
δ. Όσον αφορά τα θέματα πρόσληψης και μονιμοποίησης προσωπικού για στελέχωση των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών Ν. Ηλείας, η Δ/νση Κτηνιατρικής Ν. Ηλείας δεν υπάγεται στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων αλλά στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ηλείας.
Ο Υπουργός
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ»
10. Στην με αριθμό 1744/1.9.05 ερώτηση του Βουλευτή κ. Θεόδωρου Καράογλου δόθηκε με το υπ’ αριθμ. 7147/15.9.05 έγγραφο από τον Υπουργό Μακεδονίας-Θράκης ακόλουθη απάντηση:
«Απαντώντας στην με αριθμό 1744/1-9-2005 ερώτηση, που κατέθεσε στη Βουλή ο Βουλευτής κ. Θεόδωρος Καράογλου, με θέμα «Επικίνδυνα φυτοφάρμακα παραμένουν στις εγκαταστάσεις της ΔΙΑΝΑ», σας γνωρίζουμε τα εξής:
Μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία απομάκρυνσης των φυτοφαρμάκων και άλλων επικίνδυνων υλικών , ο χώρος του εργοστασίου ΔΙΑΝΑ φυλάσσεται επί εικοσιτετραώρου βάσεως με μόνιμο φύλακα και γενικότερη κάλυψη από Εταιρεία SECURITY, η οποία δεν επιτρέπει την είσοδο για να αποφευχθεί η έκθεση ανθρώπων σε κίνδυνο μόλυνσης και η τυχών πρόκληση πυρκαγιών ή άλλων καταστροφών
Ως προς την απομάκρυνση των φυτοφαρμάκων και άλλων υλικών από το χώρο του εργοστασίου της ΔΙΑΝΑ, η Επιτροπή που συγκρότησε η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Θεσσαλονίκης και στην οποία συμμετείχε και εκπρόσωπος του Υπουργείου Μακεδονίας - Θράκης, ολοκλήρωσε την καταγραφή των ανωτέρω υλικών. Η Ν.Α.Θ. προχωρά στην μελέτη και τη δημοπράτηση του έργου απομάκρυνσης των υλικών. Για τα σχετικά με τη σύνταξη της μελέτης και τη δημοπράτηση του έργου της απομάκρυνσης των υλικών, καθώς και για το σχεδιασμό εξυγίανσης του εδάφους αρμόδια είναι η Ν.Α.Θ.. Για το λόγο αυτό διαβιβάζουμε αντίγραφο της ερώτησης στο Υπουργείο Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης για την ανάλογη απάντηση.
Ο Υπουργός
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΤΣΙΑΡΤΣΙΩΝΗΣ»
11. Στην με αριθμό 1781/5.9.05 ερώτηση του Βουλευτή κ. Αθανασίου Λεβέντη δόθηκε με το υπ’ αριθμ. 505/16-9-05 έγγραφο από τον Υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας η ακόλουθη απάντηση:
«Σε απάντηση του με αριθ. πρωτ. 1781/05-09-2005 εγγράφου σας, με το οποίο μας διαβιβάσθηκε ερώτηση του Βουλευτή κ. Α. Λεβέντη, που κατατέθηκε στη Βουλή των Ελλήνων, σας γνωρίζουμε τ' ακόλουθα:
1. Μέχρι σήμερα δεν έχει εκδηλωθεί ενδιαφέρον από ξένους επιχειρηματίες, για οικονομική εκμετάλλευση του λιμένα του Λαυρίου, αλλά για άλλους λιμένες της χώρας.
2. Το «Πρωτόκολλο για τη χρηματοδότηση των θαλασσίων λιμένων της Ελλάδας» μεταξύ του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, που υπογράφηκε στις 12 Ιουλίου 2005 και ο νόμος για τις συμπράξεις δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, αναμένεται να δώσουν σημαντική ώθηση για τη συμμετοχή της ιδιωτικής πρωτοβουλίας στη λιμενική βιομηχανία.
3. Βασική επιδίωξη του ΥΕΝ είναι η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των μεγάλων λιμένων της χώρας με τη λήψη σειράς μέτρων που αποβλέπουν στην βελτίωση του συνόλου των λιμενικών υποδομών και της διαχείρισής τους για την αναβάθμιση των παρεχόμενων υπηρεσιών, την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων τους, την αύξηση της εξειδίκευσής τους και τη δημιουργία ευνοϊκότερου περιβάλλοντος για την προσέλκυση φορτίων και επιβατών. Κεντρικό στόχο αποτελεί η ανάδειξη των ελληνικών λιμένων σε διαμετακομιστικούς κόμβους, η προώθηση των συνδυασμένων μεταφορών και η αύξηση της διακίνησης εμπορευματοκιβωτίων.
Ο Υπουργός
ΜΑΝΩΛΗΣ Κ. ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ»)
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη - Ψαρούδα): Εισερχόμαστε στην ημερησία διάταξη της
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Θα γίνει προεκφώνηση των νομοσχεδίων που είναι γραμμένα στην ημερησία διάταξη.
Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων
Μόνη συζήτηση επί της αρχής, των άρθρων και του συνόλου του σχεδίου νόμου: «Δομή και λειτουργία της Εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης».
Το νομοσχέδιο θα συζητηθεί κατά τη σημερινή συνεδρίαση.
Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών
Συζήτηση και ψήφιση ενιαία επί της αρχής, των άρθρων και του συνόλου του σχεδίου νόμου: «Περί Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών», σύμφωνα με τα άρθρα 72 παράγραφος 4 του Συντάγματος και 108 παράγραφος 7 του Κανονισμού της Βουλής.
Ερωτάται το Σώμα: Γίνεται δεκτό το νομοσχέδιο;
ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΕΣ: Κρατείται.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη - Ψαρούδα): Το νομοσχέδιο κρατήθηκε και θα συζητηθεί κατά τη συνήθη διαδικασία.
Υπουργείου Εθνικής Άμυνας
Συζήτηση και ψήφιση ενιαία επί της αρχής των άρθρων και του συνόλου του σχεδίου νόμου: «Προμήθειες αμυντικού υλικού των Ενόπλων Δυνάμεων», σύμφωνα με τα άρθρα 72 παράγραφος 4 του Συντάγματος και 108 παράγραφος 7 του Κανονισμού της Βουλής.
Ερωτάται το Σώμα: Γίνεται δεκτό το νομοσχέδιο;
ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΕΣ: Κρατείται.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη - Ψαρούδα): Το νομοσχέδιο κρατήθηκε και θα συζητηθεί κατά τη συνήθη διαδικασία.
Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης
Μόνη συζήτηση επί της αρχής, των άρθρων και του συνόλου του σχεδίου νόμου: «Κύρωση της από 31 Οκτωβρίου 2005 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου «Παράταση της αναστολής ισχύος των διατάξεων του ν. 3310/2005 (Φ.Ε.Κ. 270Α΄)»»
Ερωτάται το Σώμα: Γίνεται δεκτό το νομοσχέδιο;
ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΕΣ: Κρατείται.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη - Ψαρούδα): Το νομοσχέδιο κρατήθηκε και θα συζητηθεί κατά τη συνήθη διαδικασία.
Υπουργού Επικρατείας
Μόνη συζήτηση επί της αρχής, των άρθρων και του συνόλου του σχεδίου νόμου: «Σύσταση «Εθνικού Οπτικοακουστικού Αρχείου» -Ρύθμιση θεμάτων Γενικής Γραμματείας Επικοινωνίας, Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης και άλλες διατάξεις».
Ερωτάται το Σώμα: Γίνεται δεκτό το νομοσχέδιο;
ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΕΣ: Κρατείται.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη - Ψαρούδα): Το νομοσχέδιο κρατήθηκε και θα συζητηθεί κατά τη συνήθη διαδικασία.
Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης
Μόνη συζήτηση επί της αρχής, των άρθρων και του συνόλου του σχεδίου νόμου: «Ρύθμιση θεμάτων εθνικών, νομαρχιακών και δημοτικών εκλογών και διευθέτηση ειδικών θεμάτων».
Ερωτάται το Σώμα: Γίνεται δεκτό το νομοσχέδιο;
ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΕΣ: Κρατείται.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη - Ψαρούδα): Το νομοσχέδιο κρατήθηκε και θα συζητηθεί κατά τη συνήθη διαδικασία.
Κύριοι συνάδελφοι, επανερχόμαστε στη συζήτηση του νομοσχεδίου του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.
Μόνη συζήτηση επί της αρχής, των άρθρων και του συνόλου του σχεδίου νόμου: «Δομή και λειτουργία της Εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης».
Κύριε Υφυπουργέ, έχετε το λόγο για να κάνετε κάποιες αλλαγές.
ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Υφυπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων): Ευχαριστώ, κυρία Πρόεδρε.
Θα ήθελα να ανακοινώσω στο Σώμα ορισμένες νομοτεχνικές βελτιώσεις επί του σχεδίου νόμου και στη συνέχεια θα τις δώσω στα Πρακτικά για να διανεμηθούν.
Στο άρθρο 3:
Στην παράγραφο 1, τελευταίο εδάφιο, μετά τη λέξη «έτος», το «2006-2007» αντικαθίσταται από το «2007-2008».
Στο άρθρο 4:
α) Στην παράγραφο 1, στην τέταρτη σειρά, μετά τη λέξη «σύμφωνα» διαγράφονται οι λέξεις «με το σύστημα» και αντί αυτών προστίθενται οι λέξεις «με τις προϋποθέσεις και τους όρους του συστήματος».
β) Στην παράγραφο 2, τελευταίο εδάφιο, η λέξη «επιλαχόντων» διαγράφεται.
γ) Στην παράγραφο 3 και στην πέμπτη και έκτη σειρά, οι λέξεις «και τον τρόπο βαθμολόγησης» διαγράφονται.
Άρθρο 7: Στην παράγραφο 2, περίπτωση στ΄ , το «παραγράφου 2» διορθώνεται επί το ορθόν «παραγράφου 3 (β)».
Άρθρο 10: Στην παράγραφο 3, περίπτωση α΄, το «και» διαγράφεται.
Άρθρο 9: Στην παράγραφο 2, πρώτο εδάφιο, μετά τις λέξεις «είναι δημόσιοι λειτουργοί» προστίθεται η φράση «οι οποίοι απολαμβάνουν λειτουργικής ανεξαρτησίας, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους».
Άρθρο 12: Στην παράγραφο 2, περίπτωση α΄, υποπερίπτωση ββ΄, μετά το διαζευκτικό «ή», η πρόταση «προσβάλλει τη χριστιανική ορθόδοξη πίστη και ήθος» αντικαθίσταται από την πρόταση «επιδεικνύει διαγωγή που αντίκειται στην αποστολή των Ανωτάτων Εκκλησιαστικών Ακαδημιών».
Άρθρο 18: Στην παράγραφο 2, στην πέμπτη και έκτη σειρά, μετά τη λέξη «άρθρου» οι λέξεις «30 του ν.1558/1985 (ΦΕΚ 137 Α)» διαγράφονται και αντί αυτών προστίθενται τα εξής: «55 της κωδικοποιημένης νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Π.Δ. 63/2005 (ΦΕΚ 98 Α), όπως τούτο ισχύει κάθε φορά».
Άρθρο 27:
α) Στην παράγραφο 3, τελευταίο εδάφιο, μετά τη λέξη «δύο», προστίθεται η λέξη «τουλάχιστον».
β) Στην παράγραφο 5, πρώτο εδάφιο, μετά τη λέξη «τέσσερις», προστίθεται η λέξη «τουλάχιστον». Στο δεύτερο εδάφιο της ίδιας παραγράφου μετά τη λέξη «’Εφορος», προστίθεται η πρόταση «του οποίου η θητεία είναι τριετής».
γ) Στην παράγραφο 7, δεύτερο εδάφιο, μετά τη λέξη «ορίζεται», η φράση «με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων» αντικαθίσταται από τη φράση «με απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου».
δ) Στην παράγραφο 8, πρώτο εδάφιο, μετά τη λέξη «εκπαίδευσης», προστίθεται η φράση «κατά κανόνα κατόχων διδακτορικού διπλώματος». Στο τέταρτο εδάφιο της ίδιας παραγράφου, μετά τη λέξη «διακονίας», αντικαθίσταται η φράση «μπορούν να προσκαλούνται και να διδάσκουν» από τη φράση «προσκαλούνται και διδάσκουν κατά βάσιν».
ε) Στην παράγραφο 9, δεύτερο εδάφιο, μετά τη λέξη «αυτών», προστίθεται η φράση «στην καθόλου οργάνωση της Σχολής».
Άρθρο 28:
α) Στην παράγραφο 1, πρώτο εδάφιο, μετά τη λέξη «έτος», το «2005-2006» αντικαθίσταται από το «2006-2007» και μετά τη λέξη «έτους», το «2006-2007» αντικαθίσταται από το «2007-2008». Στην ίδια παράγραφο, προτελευταίο εδάφιο, μετά τις λέξεις «οι υπόλοιποι σπουδαστές των Ανώτερων Εκκλησιαστικών Σχολών», προστίθεται η φράση «που δεν ολοκληρώνουν επιτυχώς τα μαθήματα».
β) Στην παράγραφο 6, μετά τη λέξη «έτους», το «2005-2006» αντικαθίσταται από το «2006-2007».
γ) Στην παράγραφο 8, μετά τη λέξη «έτους», το «2005-2006» αντικαθίσταται από το «2006-2007».
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη-Ψαρούδα): Κύριε Υφυπουργέ, παρακαλώ να καταθέσετε τις νομοτεχνικές βελτιώσεις στα Πρακτικά για να διανεμηθούν και στους κυρίους συναδέλφους, ώστε να τις έχουν υπ’ όψιν τους.
ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Υφυπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων): Ναι, κυρία Πρόεδρε.
(Στο σημείο αυτό ο Υφυπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων κ. Σπυρίδων Ταλιαδούρος καταθέτει τις προαναφερθείσες νομοτεχνικές βελτιώσεις, οι οποίες έχουν ως εξής:
(ΝΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΗΘΟΥΝ ΟΙ ΣΕΛΙΔΕΣ 10 ΕΩΣ 14)
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη-Ψαρούδα): Το λόγο έχει ο Εισηγητής της Πλειοψηφίας κ. Φίλιππος Τσαλίδης.
ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΤΣΑΛΙΔΗΣ: Ευχαριστώ πολύ, κυρία Πρόεδρε.
Θα μου επιτρέψετε, μια και είναι η πρώτη συνεδρία της Βουλής, να ευχηθώ σε εσάς και δι υμών σε όλους τους παριστάμενους συναδέλφους, καθώς επίσης και στο διοικητικό προσωπικό της Βουλής, χρόνια πολλά, καλή χρονιά και ό,τι καλύτερο επιθυμεί ο καθένας.
Με τις διατάξεις του προτεινόμενου προς ψήφιση νομοσχεδίου αναθεωρείται, στα πλαίσια της ισχύουσας συνταγματικής έννομης τάξης, στο σύνολό του το ισχύον νομικό πλαίσιο για τις σχολικές μονάδες της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης και ρυθμίζονται επιμέρους ζητήματα για την εναρμόνιση της λειτουργίας των σχολικών αυτών μονάδων με τις αντίστοιχες της δημόσιας εκπαίδευσης.
Η ανάγκη αναβάθμισης της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης είχε διαπιστωθεί από το 1985. Με το άρθρο 62 του ν. 1946/1991 προβλέφθηκε η έκδοση ειδικού νόμου που θα ρύθμιζε το πλαίσιο λειτουργίας τους, αλλά αυτό δεν έγινε μέχρι σήμερα. Μετά όμως την ανωτατοποίηση των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων που έγινε το 2001 αλλά και την ίδρυση και λειτουργία των Ανωτάτων Στρατιωτικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων που έγινε το 2003, ήταν επιβεβλημένη πλέον η ανάγκη της αναβάθμισης των σχολικών μονάδων της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης, ειδικότερα δε των Ανωτέρων Εκκλησιαστικών Σχολών. Την ανάγκη αυτή έρχεται σήμερα να θεραπεύσει το προτεινόμενο για ψήφιση νομοσχέδιο.
Κύριος σκοπός του νομοσχεδίου αυτού είναι στο πλαίσιο του Συντάγματος -όπως είπα και προηγουμένως- και της κείμενης νομοθεσίας να ρυθμίσει συστηματικώς το σύνολο των θεμάτων της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης σε όλες τις βαθμίδες, προκειμένου να παράσχει στην Ορθόδοξη Εκκλησία στην Ελλάδα το κατάλληλο νομοθετικό πλαίσιο για την ανάδειξη και κατάρτιση των κληρικών και λαϊκών στελεχών της.
Στις βασικές καινοτομίες του προτεινόμενου σχεδίου νόμου είναι η αναβάθμιση των Ανωτέρων Εκκλησιαστικών Σχολών σε παραγωγικές Ανώτατες Εκκλησιαστικές Ακαδημίες, η ουσιαστική μετεξέλιξη των Μέσων Εκκλησιαστικών Φροντιστηρίων σε Ιερατικά Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας, η ίδρυση Εκκλησιαστικών Ινστιτούτων Επαγγελματικής Κατάρτισης και η ίδρυση της Σχολής Εκκλησιαστικής Διακονίας. Η αναβάθμιση των Ανωτέρων Εκκλησιαστικών Σχολών επιτυγχάνεται κυρίως με την παροχή εκπαίδευσης ανωτάτου επιπέδου από προσωπικό με προσόντα αντίστοιχα με αυτά του διδακτικού επιστημονικού προσωπικού των πανεπιστημίων.
Αναλυτικότερα, ορίζονται οι σχολικές μονάδες στις οποίες παρέχεται εκκλησιαστική εκπαίδευση, η κατάταξη αυτών στις υφιστάμενες εκπαιδευτικές βαθμίδες δευτεροβάθμιας και ανώτατης εκπαίδευσης και ο σκοπός που επιτελούν. Ως προς την κατανομή σε βαθμίδες εκπαίδευσης, τα Εκκλησιαστικά Γυμνάσια και τα Ενιαία Εκκλησιαστικά Λύκεια εντάσσονται στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, οι Ανώτατες Εκκλησιαστικές Ακαδημίες στην ανώτατη εκπαίδευση, τα Ιερατικά Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας θεωρούνται φορείς δια βίου εκπαίδευσης. Γνώμονας για την κατανομή αυτή υπήρξε η δομή του γενικού τυπικού εκπαιδευτικού συστήματος και οι διακρίσεις του στις διάφορες βαθμίδες.
Ρυθμίζονται κατά τρόπο συστηματικό και αναλυτικό όλα τα θέματα που αφορούν στις Ανώτατες Εκκλησιαστικές Ακαδημίες, στις οποίες μετεξελίσσονται οι υφιστάμενες Ανώτερες Ιερατικές Σχολές, οι οποίες θα έχουν σκοπό την κατάρτιση στελεχών της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ελλάδα, παρέχοντας εκπαίδευση και πτυχία ισότιμα με αυτά των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων.
Παρέχεται η δυνατότητα ίδρυσης, συγχώνευσης ή κατάργησης ακαδημιών με προεδρικά διατάγματα. Προσδιορίζεται σαφώς η αποστολή των Ανωτάτων Εκκλησιαστικών Ακαδημιών με έμφαση στο εκκλησιαστικό περιεχόμενο των σπουδών. Οι Ανώτατες Εκκλησιαστικές Ακαδημίες αποτελούν παραγωγικές σχολές της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η θεσμική αυτή ολοκλήρωση είναι αναγκαίο βήμα και προϋπόθεση για την εκπλήρωση της αποστολής τους.
Έμφαση δίνεται στην ποιοτική βελτίωση του διδακτικού προσωπικού και στη δυνατότητα συμμετοχής τους στην έρευνα και στα προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών, τα οποία, βεβαίως, οργανώνονται από τα πανεπιστήμια, τα οποία χορηγούν και τους μεταπτυχιακούς αυτούς τίτλους, στην αναβάθμιση του περιεχομένου των σπουδών και στη δυνατότητα ένταξης των μελών του διδακτικού προσωπικού, που έχει, βεβαίως, τα απαιτούμενα προσόντα, στις νέες βαθμίδες διδακτικού προσωπικού με διαδικασίες διαφανείς και αξιοκρατικές.
Βασική διαφοροποίηση από την ισχύουσα διάρθρωση των πανεπιστημιακών και τεχνολογικών ιδρυμάτων είναι η μη δημιουργία τμημάτων σε κάθε Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία, αλλά η ίδρυση και λειτουργία προγραμμάτων με χωριστό αριθμό εισακτέων και με ξεχωριστό πρόγραμμα σπουδών που οδηγεί βέβαια σε ενιαίο πτυχίο.
Η πρόσβαση των κατόχων απολυτηρίου ενιαίου λυκείου ή άλλων αντίστοιχων σχολείων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, εννοώντας τα Εκκλησιαστικά Λύκεια, γίνεται με το εκάστοτε ισχύον σύστημα εισαγωγής στην ανώτατη εκπαίδευση και ειδικότερα με το σύστημα εισαγωγής στα ανώτατα στρατιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα.
Για τους επιτυχόντες απαιτείται επιτυχής προφορική συνέντευξη που δίδεται ενώπιον επιτροπής. Ειδικά για τους υποψηφίους στο πρόγραμμα ιερατικών σπουδών η επιτροπή συνεκτιμά σχετική επιστολή του επισκόπου τόπου κατοικίας του υποψηφίου. Η συγκρότηση της επιτροπής, το περιεχόμενο της συστατικής επιστολής, τα κριτήρια καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια καθορίζονται με υπουργική απόφαση η οποία εκδίδεται από τον Υπουργό Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.
Επίσης, κατ’ αναλογία προς τα ανώτατα στρατιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα συνίσταται ανώτατο συλλογικό όργανο με την ονομασία ανώτατο επιστημονικό συμβούλιο το οποίο σε κεντρικό στρατηγικό επίπεδο θα κατευθύνει και θα καθοδηγεί τις ανώτατες εκκλησιαστικές ακαδημίες ώστε ως παραγωγικές σχολές της εκκλησίας να εφαρμόζουν ενιαίως ομοιόμορφους κανόνες οργάνωσης για την εκπλήρωση της αποστολής τους. Ορίζονται η σύνθεση, η οργάνωση, η λειτουργία του οργάνου αυτού καθώς και οι αρμοδιότητες.
Δεύτερον, πάλι κατ’ αναλογία προς τα ανώτατα στρατιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα ορίζονται τα όργανα διοίκησης των Ανώτατων Εκκλησιαστικών Ακαδημιών και προσδιορίζεται η σύνθεσή τους, ο τρόπος διορισμού τους, η θητεία τους και οι βασικές αρμοδιότητές τους. Πρόκειται για το ακαδημαϊκό συμβούλιο, τον πρόεδρο του ακαδημαϊκού συμβουλίου και τον διευθυντή σπουδών.
Τρίτον ορίζονται οι κατηγορίες του προσωπικού των Ανωτάτων Εκκλησιαστικών Ακαδημιών οι οποίες είναι ανάλογες με εκείνες των κατηγοριών στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα.
Τέταρτον, προσδιορίζονται οι κατηγορίες του εκπαιδευτικού προσωπικού των Ανωτάτων Εκκλησιαστικών Ακαδημιών και όλα τα θέματα που αφορούν στην εν γένει υπηρεσιακή τους κατάσταση, στα προσόντα, στη διαδικασία εκλογής τους και στην πειθαρχική τους μεταχείριση. Το περιεχόμενο αυτών των διατάξεων εναρμονίζεται με τις διατάξεις που προβλέπει η κείμενη νομοθεσία για τις αντίστοιχες κατηγορίες προσωπικού των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων.
Σε ό,τι αφορά στη δευτεροβάθμια εκκλησιαστική εκπαιδευτική και στην εκκλησιαστική εκπαίδευση δεύτερης ευκαιρίας στο παρόν σχέδιο νόμου πρώτον θεσμοθετείται για πρώτη φορά η ισοτιμία του τριετούς ενιαίου εκκλησιαστικού λυκείου με αυτό των ενιαίων λυκείων. Θεωρώ ότι είναι ένα σημαντικό βήμα διότι έτσι παρέχεται στους αποφοίτους των ενιαίων εκκλησιαστικών λυκείων το δικαίωμα συμμετοχής τους στο εκάστοτε ισχύον σύστημα εισαγωγής στην ανώτατη εκπαίδευση.
Δεύτερον, θεσμοθετείται η δημιουργία μονοετών εκκλησιαστικών ινστιτούτων επαγγελματικής κατάρτισης και ρυθμίζονται τα δικαιώματα των αποφοίτων. Αυτή η ρύθμιση γίνεται για να παρέχεται μια άλλη επιλογή στους αποφοίτους των εκκλησιαστικών λυκείων ως προς την επαγγελματική τους κατάρτιση η οποία θα οδηγεί σε επαγγελματικά δικαιώματα ισότιμα με αυτά που ισχύουν για όλες τις κατηγορίες αποφοίτων των ινστιτούτων επαγγελματικής κατάρτισης.
Τρίτον, θεσμοθετούνται τα ιερατικά σχολεία δεύτερης ευκαιρίας διετούς διάρκειας. Αυτή η θεσμοθέτηση αποσκοπεί στην ένταξη της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης στο ευρύτερο σύστημα της διά βίου μάθησης καθώς παρέχει τη δυνατότητα σε όσους το επιθυμούν, ανεξαρτήτως ηλικίας να αποκτήσουν γνώσεις οι οποίες θα τους δώσουν τη δυνατότητα να ενταχθούν στο ανθρώπινο δυναμικό της εκκλησίας.
Τέταρτον, θεσμοθετείται η ίδρυση και λειτουργία νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα υπό την επωνυμία «Εστία εκκλησιαστικής εκπαίδευσης» υπό την ευθύνη της εκκλησίας. Με αυτήν τη ρύθμιση τα υπάρχοντα οικοτροφεία μετεξελίσσονται σε εστίες για τις αντίστοιχες σχολικές μονάδες της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης ώστε να καταστούν ευέλικτοι φορείς που θα εκπληρώνουν την αποστολή απρόσκοπτα.
Πέμπτον, ιδρύεται η σχολή αποστολικής διακονίας η οποία έχει ως σκοπό την κατάρτιση και τη διά βίου επιμόρφωση κληρικών και λαϊκών της εκκλησίας οι οποίοι κατέχουν, ή θα κατέχουν, θέση στη διοίκηση της εκκλησίας και δραστηριοποιούνται ενεργά στο συνολικό ποιμαντικό της έργο.
Ρυθμίζονται όλα τα θέματα που είναι αναγκαία για τη οργάνωση διοίκηση και εν γένει λειτουργία της σχολής αυτής. Ως διοικητικά όργανα της σχολής αυτής προβλέπονται η εφορία ως ανώτατο όργανο, ο έφορος ως το βασικό μονοπρόσωπο διοικητικό όργανο και το ακαδημαϊκό συμβούλιο ως αρμόδιο για το επιμορφωτικό εκπαιδευτικό περιεχόμενο της δραστηριότητας της σχολής.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, συνοψίζοντας θα ήθελα να τονίσω ότι με το παρόν νομοσχέδιο η αναβάθμιση των ήδη λειτουργούντων σχολών θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για ποιοτικότερη εκπαίδευση με αποτέλεσμα την ανάδειξη και κατάρτιση κληρικών και λαϊκών στελεχών της Εκκλησίας, υψηλού μορφωτικού επιπέδου. Επιπλέον θα δώσει στην Εκκλησία για πρώτη φορά στην ιστορία της το δικαίωμα να καταρτίζει τα στελέχη της με τη δική της πνευματική ευθύνη, αλλά, βεβαίως, υπό την εποπτεία του κράτους.
Με όλες αυτές τις σκέψεις σας καλώ όλους να ψηφίσετε θετικά για το παρόν νομοσχέδιο.
Ευχαριστώ πολύ.
(Χειροκροτήματα από την πτέρυγα της Νέας Δημοκρατίας)
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη - Ψαρούδα): Ευχαριστούμε τον κύριο εισηγητή.
Κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου αυτού ο Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος ορίζει ως ειδικό αγορητή το Βουλευτή κ. Γεώργιο Χουρμουζιάδη και ο Πρόεδρος του Συνασπισμού Ριζοσπαστικής Αριστεράς ορίζει ως ειδικό αγορητή το Βουλευτή κ. Αθανάσιο Λεβέντη.
Το λόγο έχει ο εισηγητής του ΠΑ.ΣΟ.Κ. κ. Ιωάννης Δημαράς.
ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΗΜΑΡΑΣ: Κυρία Πρόεδρε, επιτρέψτε μου να διατυπώσω και εγώ τις ευχές μου για τη νέα χρονιά και ό,τι το καλύτερο σε όλους μας.
Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, κοινός τόπος εκτίμησης όλων μας είναι ότι οι εν Ολομελεία συζητήσεις κατά το πλείστον μπορούν να εκληφθούν και ως περιττές αφού η πλειοψηφία, ακόμα και αν τα επιχειρήματα τα οποία διατυπώνουν όσοι διαφωνούν είναι ισχυρά και τεκμηριωμένα, δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν.
Η απόφαση από την πλειοψηφία είναι ειλημμένη και επιβάλλεται. Δεν μπορώ όμως να διανοηθώ και αρνούμαι να παραδεχτώ ότι μία τέτοια συζήτηση μπορεί να καταλήξει σε κάτι το οποίο απευχόμαστε όλοι, ότι εδώ μέσα, δηλαδή, οι Έλληνες Βουλευτές δίνουν εξετάσεις εάν είναι καλοί ή κακοί χριστιανοί. Ασφαλώς και ενδιαφερόμεθα όλοι για το γεγονός ότι η εκπαίδευση και η εξειδίκευση των ιερωμένων και των λειτουργών της Εκκλησίας θα πρέπει να είναι και ολοκληρωμένη και να τιμά και το ρόλο και την αποστολή της.
Κυρία Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι Βουλευτές με απόλυτη συναίσθηση αλλά και την ανάλογη αγωνία και επιβαλλόμενη προσοχή για όσα περιλαμβάνονται στο νομοσχέδιο που φέρνει στην επιτροπή μας το Υπουργείο Παιδείας, νιώθουμε εξ υπ΄ αρχής την ανάγκη να επισημάνουμε τα εξής:
Στόχος και σκοπός κάθε νομοσχεδίου –και νομίζω ότι δεν έχει κανείς αντίρρηση- θα πρέπει να είναι από τη μια η διευθέτηση των όποιων κοινωνικών και οικονομικών αδικιών σε όλο το φάσμα των αρμοδιοτήτων της Βουλής και από την άλλη, η προσπάθεια να αποτραπούν τα όποια δυσάρεστα που η κοινωνία μας ενδεχομένως θα κληθεί να αντιμετωπίσει στο μέλλον από το οποιοδήποτε νομοθέτημα ψηφίζεται στη Βουλή.
Στόχος, λοιπόν και σκοπός κάθε νομοσχεδίου είναι η θεραπεία -εξ ου και η εκτίμηση ότι η πολιτική είναι η δυνατότητα μέσα από μία ρεαλιστική προσέγγιση του εφικτού- των όποιων προβλημάτων και πολύ περισσότερο, η πρόβλεψη, τι δηλαδή θα συμβεί στο μέλλον, εάν ένα νομοθέτημα δεσμεύσει και τις δημιουργικές δυνατότητες του ελληνικού λαού και τις όποιες άλλες δραστηριότητές του.
Εν προκειμένω το νομοσχέδιο που συζητούμε είναι εξαιρετικά σημαντικό, ίσως από τα σημαντικότερα που έχουν συζητηθεί στη Βουλή. Γιατί; Γιατί είναι, ιδιαίτερα, ουσιώδες επειδή αναφέρεται και σε θέματα που έχουν σχέση με τη θρησκευτική πίστη και την ορθοδοξία.
Επίγνωση, λοιπόν και οδηγός μας, η εκτίμηση ότι θα πρέπει να προστατεύσουμε το δικαίωμα αλλά και την ανάγκη των συμπολιτών μας στη θρησκευτική πίστη.
Είναι βαθιά θρησκευόμενος ο ελληνικός λαός και δεν χρειάζεται να το διαπιστώσει ή να το διατυπώσει κανείς στη Βουλή.
Όλα αυτά σε συνδυασμό με το γεγονός ότι και αυτή ακόμη η θρησκευτική πίστη δεν είναι απόρθητη από επιβουλείς. Έτσι θα αναφερθούμε στο υπό συζήτηση νομοσχέδιο, με μοναδικό γνώμονα την ύψιστη ανάγκη να διαφυλαχθεί η ενότητα των κληρικών, του κλήρου και του λαού, ώστε η αναντικατάστατη πνευματική προσφορά της εκκλησίας μας να παραμείνει αρωγός στα προβλήματα της κοινωνίας και του λαού μας.
Με τις διαπιστώσεις αυτές και επειδή η συζήτηση γίνεται επί της αρχής του νομοσχεδίου, πιστεύω ότι κανένας από εμάς –ούτε και εσείς- δεν είναι δυνατόν να διαφωνήσει με το γεγονός ότι ακριβώς επιχειρείται σήμερα από την Κυβέρνηση, μέσω του Υπουργείου Παιδείας, να διαφυλαχθεί και από την δική σας πλευρά, κύριε Υφυπουργέ, αυτή η ανάγκη για την ενότητα.
Όμως, επειδή υποτίθεται ότι κάθε νομοθέτημα είναι κορυφαία πολιτική πράξη, που θα πρέπει να κατατείνει στην ενότητα του ελληνικού λαού, επιτρέψτε μου να διατυπώσω κάποιες σκέψεις και επιφυλάξεις, δεδομένου ότι κατά τη διάρκεια των συζητήσεων στην επιτροπή ακούστηκαν πολλά και για την αντισυνταγματικότητα και για την αντιδημοκρατικότητα του νομοθετήματος που φέρνετε και φαίνεται ότι εν τέλει θα ψηφίσετε.
Θα μου πείτε ότι όλα αυτά είναι αυτονόητα. Ασφαλώς. Και εμείς εκτιμούμε ότι είναι αυτονόητα όλα όσα έχουν ακουστεί στην επιτροπή και θα ακουστούν και εδώ. Όμως, το αυτονόητο δεν επιτυγχάνεται με την ψήφιση ενός νομοσχεδίου, χάριν της πλειοψηφίας που διαθέτετε σήμερα. Γιατί το νομοθέτημά σας αυτό με ό,τι περιλαμβάνει δεν διασφαλίζει το μέγιστο αυτό αγαθό, το ζητούμενο, δηλαδή αυτό της ενότητας. Αντιθέτως, μας επιτρέπει απερίφραστα να ισχυριστούμε ότι διχάζει και σκανδαλίζει τον κλήρο και το λαό, κάτι που ακούστηκε κατά κόρον και από πανεπιστημιακούς καθηγητές και από εκπροσώπους που εκλήθησαν στην επιτροπή και από απόψεις που διετυπώθησαν από μέλη της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας.
Γι’ αυτό ακριβώς και έχει ίσως μεγαλύτερη σημασία από όλα το γεγονός ότι θα πρέπει να γίνει πίστη όλων μας ότι εδώ δεν δίνουμε εξετάσεις ποιος είναι ορθόδοξος και ποιος δεν είναι, ποιος είναι καλός χριστιανός ή ποιος δεν είναι. Εδώ έχουμε την υποχρέωση και το καθήκον να υποστηρίξουμε και να ψηφίσουμε ένα νομοσχέδιο. Για αυτό, λοιπόν, είναι εξαιρετικά ιδιαίτερη αυτή η αποστολή μας.
Από την πλευρά μας, δεν καταλάβαμε σε τι ακριβώς στοχεύετε, σε τι αποβλέπετε, με ποιους πολιτικούς στόχους και σκοπούς φαίνεστε να φέρεστε αποφασισμένοι να ψηφίσετε ένα διχαστικό για την εκκλησία της ειρήνης και της αγάπης νομοσχέδιο. Κανένας καλόπιστος άνθρωπος δεν είναι δυνατόν να μην σκανδαλιστεί και να μην γίνει καχύποπτος για τις προθέσεις σας, όταν σκέφτεται ότι στις προαποφασισμένες και ειλημμένες σας επιλογές βρίσκεται αντίθετη η συντριπτική πλειοψηφία της εκπαιδευτικής κοινότητας, θεολόγοι και ιερωμένοι. Έτσι, νομιμοποιούμεθα να διερωτηθούμε γιατί άραγε προχωράτε πεισματικά στην ψήφιση ενός νομοσχεδίου που διχάζει και δηλητηριάζει όσους υπηρετούν τα πανανθρώπινα και αιώνια μηνύματα της εκκλησίας μας.
Η μόνη σας απάντηση είναι ότι η εκκλησία έχει ανάγκη στη σύγχρονη εποχή από στελέχη με ξεχωριστό βαθμό γνώσης και επάρκειας σε θέματα εκκλησιαστικά και λειτουργικά. Αλήθεια, πείτε μου παρακαλώ ποιος από το δικό μας κόμμα και από το σύνολο της Αντιπολίτευσης –δεν θέλω να εκφράσω τις εκτιμήσεις των άλλων συναδέλφων- έχει αντίρρηση. Ποιος, πότε και πού διατύπωσε την άποψη ότι οι κληρικοί μας θα πρέπει να είναι χαμηλού μορφωτικού επιπέδου κήρυκες του θεϊκού λόγου και πως τα στελέχη της εκκλησίας θα πρέπει να μη γνωρίζουν τις σύγχρονες ανάγκες για την όποια διοικητική και άλλη δραστηριότητα των στελεχών της; Κανένας μας ούτε εμείς, αλλά ούτε και εσείς ισχυριστήκατε ποτέ κάτι τέτοιο!
Αντιθέτως, σε έναν κόσμο ταραχώδη και σπαρασσόμενο ο λαός μας ασφαλώς έχει την ανάγκη και είναι έτοιμος να ανταποκριθεί σε αυτήν την ανάγκη των πνευματικών του ταγών, προσώπων, δηλαδή, που εκτός των άλλων υπηρεσιών τους θα προστρέχουν για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με εφόδια και τη μάθηση και την εξειδίκευση.
Το θέμα, λοιπόν, που ανακύπτει είναι γιατί επιχειρείται η ανωτατοποίηση των μέχρι τώρα υπαρχουσών ανώτερων εκκλησιαστικών σχολών. Ποιες λύσεις και ποιες είναι οι προσφορές που επιλύει; Σε τι αδιέξοδο, αν αυτό κριθεί ότι υπάρχει –κατά τη γνώμη μας, υπάρχει- θα οδηγήσει;
Ποιες θα είναι για παράδειγμα οι αρμοδιότητες των αποφοίτων αφού σήμερα οι ανάγκες του εκκλησιαστικού χώρου για θέματα διοίκησης, τεχνολογίας κ.λπ. καλύπτονται από πτυχιούχους άλλων πανεπιστημιακών σχολών;
Εδώ πρέπει να έχει ιδιαίτερη αξία το γεγονός ότι ακούστηκε από ιερωμένους καθηγητές πανεπιστημίων ότι με το νομοσχέδιο αυτό προχωράμε σε ένα νέο είδος προλεταριοποίησης πτυχιούχων που αφορούν τα εκκλησιαστικά δρώμενα.
Τι θα απαντήσουμε για όλα αυτά στους αυριανούς πτυχιούχους οι οποίοι θα βρεθούν αντιμέτωποι με αυτούς των τεσσάρων υπό ανωτατοποίηση ανώτερων εκκλησιαστικών σχολών; Γιατί αυτές οι ανώτερες σχολές και ο ιερατικός τους προσανατολισμός δεν μπορούν να ενσωματωθούν στις θεολογικές σχολές των πανεπιστημίων μας; Ποιος τους εμποδίζει;
Και τέλος τι θα απαντήσουμε στους πτυχιούχους άλλων σχολών με εξειδίκευση σε θέματα όπως αυτά, για φανταστείτε, της παλαιογραφίας, νεοδομίας, βιοηθικής; Φαντάζεστε ότι σε λίγα χρόνια θα έχουμε θεολόγο φιλόλογο, θεολόγο αρχιτέκτονα και θεολόγο γιατρό; Ας μη θεωρηθεί ύβρις αλλά η παρατήρηση όπως δημοσιεύτηκε πρόσφατα στον Τύπο όσο σκληρή και αν είναι θέτει το δάκτυλο επί τον τύπο των ήλων.
Διαβάζω για παράδειγμα «οι ιερείς γιατροί θα μπορούν μόλις αντιληφθούν ότι ο Κύριος καλεί τον ασθενή κοντά του να προχωρούν και στην εξομολόγησή του;»
Διαπιστώνετε και εσείς ότι οι συγκεκριμένες διατάξεις θα προκαλέσουν πλειάδα αποφοίτων που στο μέλλον θα συγκρουστούν με τους απόφοιτους αρχιτέκτονες, γιατρούς, φιλόλογους κ.λπ..
Φοβόμαστε ότι το νομοσχέδιο αυτό αδιαφορεί για το μέλλον των πανεπιστημιακών θεολογικών σχολών που έχουν προσφέρει και προσφέρουν θετικές υπηρεσίες στην εκκλησία και το έθνος. Μάλιστα σε μια ιστορική στιγμή κατά την οποία ενώ οι ορθόδοξες εκκλησίες της Ανατολικής Ευρώπης αγωνίζονται σήμερα να επιστρέψουν οι θεολογικές σχολές στα κρατικά πανεπιστήμια, το δικό σας νομοθέτημα ευνοεί την έξωσή τους μελλοντικά απ’ αυτά τη στιγμή που ο Οικουμενικός Πατριάρχης αγωνίζεται για την επαναλειτουργία της σχολής της Χάλκης.
Ειπώθηκαν και ακούστηκαν πολλά για το θέμα αυτό κατά τη διάρκεια των συζητήσεων στην επιτροπή. Δεν θέλω να επεκταθώ γιατί είναι πολύ ευαίσθητο το θέμα.
Αγαπητοί κύριοι συνάδελφοι, πως μπορείτε να εξηγήσετε το γεγονός ότι ακόμα και η διεύθυνση επιστημονικών μελετών του τμήματος νομοθετικής επεξεργασίας σχεδίων και προτάσεων νόμων της Βουλής των Ελλήνων, ουσιαστικά βάλλει κατά του νομοσχεδίου, για τη συνταγματικότητα αλλά και την συμβατότητα των άρθρων με τους νόμους και τους κανόνες της ελληνικής πολιτείας; Σε αυτό επάνω θα αναφερθεί σε λίγο ο κ. Ανδρέας Λοβέρδος ο συνάδελφός μας και σύντροφός μου στην Κοινοβουλευτική ομάδα του ΠΑ.ΣΟ.Κ. ο οποίος τόσα πολλά είπε κατά τη διάρκεια της συζήτησης στην επιτροπή, που δυστυχώς, μερικοί εξ υμών χλεύασαν ή χαμογέλασαν ειρωνικά, αλλά τώρα τον δικαιώνουν απόλυτα και οι εκτιμήσεις της διεύθυνσης αλλά και όλα όσα ακούστηκαν στη συνέχεια.
Δεν έχω πρόθεση να καταφύγω σε όλα όσα δημοσιεύτηκαν από έγκριτους καθηγητές των θεολογικών σχολών σε εφημερίδες που, ουσιαστικά, πρόσκεινται στην Κυβέρνηση και δεν θέλω να αναφερθώ ούτε σε ονόματα ούτε σε χαρακτηρισμούς. Απλά αναρωτιέμαι γιατί δεν τα λάβατε όλα αυτά υπ’ όψιν σας. Τι είναι αυτό που θέλετε να επιτύχετε με αυτό το νομοσχέδιο;
Εν τέλει, πρέπει να σας πω ότι υπάρχει μια εξέλιξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση και πρέπει να την λάβουμε σοβαρά υπ’ όψιν μας. Μην ξαναβρεθείτε πάλι έκπληκτοι μπροστά σε αυτά που η Ευρωπαϊκή Ένωση κρίνει για το θέμα αυτό ότι, ακριβώς, συνέβη με το «Βασικό Μέτοχο». Γιατί οι αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το θέμα και συγκεκριμένα για αναφορές που έχουν γίνει σε σχέση με την επαγγελματική δυνατότητα που έχει ο καθένας εκ των κατοίκων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι συντριπτικά για εσάς.
Έχω τα κείμενα, δεν θέλω να αναφερθώ σε αυτά διεξοδικά. Θα κάνω χρήση αυτών κατά την δευτερολογία μου για να δείτε ότι όταν έχετε ένα υπόμνημα από την Ευρωπαϊκή Ένωση που ήρθε στα χέρια σας στα τέλη του μηνός Δεκεμβρίου και περιμένει να απαντήσετε σε όλα όσα σας επισημαίνει και εμείς δεν έχουμε ακόμα γνώση των επιχειρημάτων στις αιτιάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αναρωτιέμαι, αλήθεια, πώς είναι δυνατόν να συνεχιστεί μια τέτοιου είδους συζήτηση και με τέτοιο περιεχόμενο, όταν ξαφνικά θα βρεθείτε έκπληκτοι μπροστά στις αποφάσεις αυτές και θα κληθείτε σε λίγο –και θα το δείτε ότι θα γίνει- γιατί είναι έγγραφα τα οποία έχουν έρθει από αρμόδιους επιτρόπους και διευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στα οποία δεν έχετε απαντήσει.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, το υπό συζήτηση νομοσχέδιο είναι εξαιρετικά σοβαρό και εκείνο που προέχει παντός άλλου είναι να διαφυλαχθεί και η ενότητα, αλλά κυρίως το κύρος της νομοθετικής εξουσίας, δεδομένου ότι εδώ δεν μπορούμε να κληθούμε να δώσουμε εξετάσεις ποιος είναι ο καλός και ποιος είναι ο κακός χριστιανός. Εδώ πρόκειται και πρέπει να δούμε το θέμα που αφορά την εκκλησία με ένα τέτοιο τρόπο ώστε, ούτε η εκκλησία να παρεμβαίνει σε πολιτικά δρώμενα ή σε εθνικά θέματα, ούτε η πολιτική εξουσία να έχει αιχμάλωτη την εκκλησιαστική ηγεσία.
Αυτά προς το παρόν και θα επανέλθουμε αργότερα.
(Χειροκροτήματα από την πτέρυγα του ΠΑ.ΣΟ.Κ.)
ΜΑΡΙΕΤΤΑ ΓΙΑΝΝΑΚΟΥ (Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων): Κυρία Πρόεδρε, παρακαλώ το λόγο.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη - Ψαρούδα): Η κυρία Υπουργός θα κάνει μία παρέμβαση.
ΜΑΡΙΕΤΤΑ ΓΙΑΝΝΑΚΟΥ (Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων): Επειδή ο κ. Δημαράς αναφέρθηκε σε υπομνήματα και άλλα και επειδή, κύριε συνάδελφε εισηγητά, καλό είναι να είμαστε ακριβείς σ’ αυτά που λέμε, κανενός είδους υπόμνημα δεν υπάρχει. Υπάρχει μία επιστολή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής η οποία ερωτά -και μάλιστα με τρόπο εξόχως διακριτικό- αν, πράγματι, αποκλείονται κάποιοι από αυτές τις σχολές. Η απάντηση είναι σαφής. Οι σχολές αυτές δεν είναι πανεπιστήμια, είναι όπως οι ανώτατες παραγωγικές σχολές των Ενόπλων Δυνάμεων, είναι κατά παρέκκλιση του άρθρου 16. Σας θυμίζω τι είπε ο κ. Λοβέρδος, ο οποίος είναι ο δικός σας υπεύθυνος στην επιτροπή. Αυτό δέχτηκε σε σχέση με αυτές τις σχολές. Έγινε, δηλαδή, απλώς μια ερώτηση αν ισχύει αυτό που διατυπώθηκε από κάποιον ευρωβουλευτή. Επομένως, δεν υπάρχει υπόμνημα και θα σας παρακαλέσω να είστε ακριβής και συγκεκριμένος και να μην εμφανίζετε ως προσχήματα….
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΓΕΙΤΟΝΑΣ: Δώστε μας την αλληλογραφία, κυρία Υπουργέ.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη - Ψαρούδα): Παρακαλώ, κύριε συνάδελφε, αφήστε την Υπουργό να τελειώσει και μετά ο Κοινοβουλευτικός σας Εκπρόσωπος θα πει ό,τι θέλει.
ΜΑΡΙΕΤΤΑ ΓΙΑΝΝΑΚΟΥ (Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων): Δεν είναι, λοιπόν, κανένα υπόμνημα, ούτε υπάρχει κανένα υπόμνημα. Υπάρχει μία επιστολή στην οποία ερωτώμεθα. Και σας υπενθυμίζω ότι το σχέδιο νόμου συνεκτιμά επιστολή του οικείου Μητροπολίτου, επιστολή η οποία δεν σας ενοχλούσε μέχρι τώρα που ήταν υποχρεωτική. Άρα, κανένα υπόμνημα δεν υπάρχει, το Υπουργείο έχει απαντήσει και η συζήτηση θα συνεχιστεί.
ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΗΜΑΡΑΣ: Κυρία Πρόεδρε…
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη - Ψαρούδα): Όχι, δεν έχετε το λόγο. Ο Κοινοβουλευτικός σας Εκπρόσωπος…
ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΗΜΑΡΑΣ: Έχω τα χαρτιά, κυρία Πρόεδρε.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη - Ψαρούδα): Δώστε τα στον Κοινοβουλευτικό σας Εκπρόσωπο να τα καταθέσει.
ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΗΜΑΡΑΣ: Κυρία Πρόεδρε, η κυρία Υπουργός είπε ότι δεν υπάρχει, ενώ υπάρχει.
ΜΑΡΙΕΤΤΑ ΓΙΑΝΝΑΚΟΥ (Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων): Έχετε κάνει κάποιο σοβαρό λάθος.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη - Ψαρούδα): Δώστε τα στην κυρία Υπουργό και μετά, όταν μιλήσει ο Κοινοβουλευτικός σας Εκπρόσωπος, θα διευκρινιστεί το θέμα.
ΜΑΡΙΕΤΤΑ ΓΙΑΝΝΑΚΟΥ (Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων): Κύριε Βουλευτά, εμείς δεχθήκαμε επιστολή δέκα σειρών τίποτε άλλο, το οποίο διατύπωνε ερώτημα και έχουμε απαντήσει.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη - Ψαρούδα): Κυρία Υπουργέ, δεν θα κάνετε διάλογο με τον κ. Δημαρά, διότι ο κ. Δημαράς δεν έχει δικαίωμα λόγου. Σας παρακαλώ πολύ.
ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΗΜΑΡΑΣ: Έχω απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής…
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη - Ψαρούδα): Παρακαλώ, κύριε Δημαρά, μιλήσατε για υπομνήματα…
ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΗΜΑΡΑΣ: Ορίστε, εδώ είναι.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη - Ψαρούδα): …-και η κυρία Υπουργός μίλησε περί υπομνήματος- και τώρα μου λέτε για απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΗΜΑΡΑΣ: Μίλησε για την επιστολή του κ. Σηφουνάκη.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη - Ψαρούδα): Παρακαλώ, θα το διευκρινίσουμε στην πορεία της συζήτησης. Δεν πρόκειται κανένας να στερηθεί το λόγο.
Ο ειδικός αγορητής του Κ.Κ.Ε. κ. Χουρμουζιάδης έχει το λόγο.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΟΥΡΜΟΥΖΙΑΔΗΣ: Ευχαριστώ, κυρία Πρόεδρε.
Επιτρέψτε μου και εμένα να ευχηθώ καλή χρονιά σε όλους μας.
Είναι γνωστό ότι κάθε κείμενο και ένα νομοσχέδιο επομένως, είναι δυνατόν να αναγνωστεί με πολλούς τρόπους.
Πιστεύω μάλιστα ότι, ιδιαίτερα, ένα νομοσχέδιο που αφορά την εκπαίδευση μπορεί να αναγνωστεί λεκτικά. Νομίζω ότι αυτό το έκανε ο κ. Τσαλίδης, διάβασε, δηλαδή, ακριβώς τι προβλέπεται από το νομοσχέδιο. Μπορούμε να το διαβάσουμε μέσα από ένα επιστημολογικό χαρακτήρα, να αναζητήσουμε, δηλαδή, τη σχέση που μπορεί να έχουν αυτά που προβλέπονται από το νομοσχέδιο με την επιστήμη, με την πορεία της επιστήμης, τα στάδια της επιστημονικής πράξης.
Ακόμα, μπορούμε να το διαβάσουμε καθαρά νομικά, να δούμε αν στέκουν αυτά που λέει από την άποψη του νόμου ή του Συντάγματος. Επίσης, μπορούμε, μια και είναι νομοσχέδιο του Υπουργείου Παιδείας, να το προσεγγίσουμε μέσα από μία λογική καθαρά παιδαγωγική-εκπαιδευτική.
Εμείς για να μπορέσουμε να βγάλουμε την ουσία αυτού του νομοθετικού κειμένου, προσπαθήσαμε έστω και συνοπτικά να δούμε τον επιστημολογικό του χαρακτήρα, να δούμε, δηλαδή, τι αναδεικνύει από την άποψη της επιστημονικής φιλοσοφίας, ας το πω έτσι, γιατί δεν ρυθμίζει απλώς τα πράγματα της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης. Έτσι αυτό, πραγματικά, θα ήταν ένα επιχειρησιακό κείμενο που θα έλεγε 1-2-3-4-…-100. Θα το διαβάζαμε με μία ποσοτική διάθεση και θα τελειώναμε.
Νομίζω όμως ότι εδώ εισάγεται το ζήτημα που έχει απασχολήσει την επιστημολογία, την φιλοσοφία της επιστήμης χρόνια και αφορά τη σχέση θρησκείας και επιστήμης, δεδομένου ότι εδώ εισάγεται ένα τέτοιο θέμα. Εισάγεται ένα βασανιστικό, θα έλεγα, ερώτημα που έγκειται στο τι σχέση μπορεί να έχει η επιστήμη, δηλαδή αν είναι δυνατόν να διδάσκεται το χριστιανικό ήθος και αν είναι δυνατόν αυτό να είναι αντικείμενο διδασκαλίας και αν μπορεί κανείς να περιγράψει αυτό το ήθος. Όμως, ένα αντικείμενο διδασκαλίας, σημαίνει ότι μεταδίδεται κιόλας. Αυτό αποτελεί ένα ερώτημα και αν δούμε προσεκτικά το νομοσχέδιο, θα δούμε ότι το εισάγει.
Βέβαια, υπάρχουν ζητήματα όπως είναι αυτό της θεολογικής γραμματολογίας, του εκκλησιαστικού δικαίου, της ιστορίας των θρησκειών τα οποία είναι δυνατόν να αποτελέσουν αντικείμενα μιας εκκλησιαστικής εκπαίδευσης. Εδώ, πραγματικά, όμως έγκειται η ένσταση που αφορά το ότι εμείς πιστεύουμε ότι αυτά είναι αντικείμενα μιας καθαρά θεολογικής εκπαίδευσης, η οποία στη χώρα μας υφίσταται. Υφίστανται τα θεολογικά τμήματα σε όλα τα πανεπιστήμια της χώρας μας.
Παρ’ όλα αυτά, με αυτό το νομοσχέδιο ιδρύονται τέσσερα εκκλησιαστικά πανεπιστήμια και μάλιστα, προβλέπεται με πρόταση του Υπουργού Οικονομίας και Παιδείας και Θρησκευμάτων η ίδρυση, με προεδρικό διάταγμα, και άλλων τέτοιων ανώτατων σχολών, δηλαδή πανεπιστημιακών σχολών εκκλησιαστικού χαρακτήρα.
Βέβαια, ο ισχυρισμός που προσπαθεί να επιβάλλει αυτό το νομοσχέδιο ως αντικειμενική γνώση, προσέγγιση, είναι ότι αυτά δεν είναι πανεπιστήμια, αλλά απλώς παραγωγικές σχολές, όπως οι στρατιωτικές. Μα, είναι γνωστό, κυρία Υπουργέ, ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις έχουν μία σχολή για το κάθε όπλο, Σχολή Ικάρων, Δοκίμων, Ευελπίδων. Δεν έχουμε τέσσερις σχολές οι οποίες θα παράγουν ιεράρχηση, κληρικούς γενικά.
Επίσης, αυτές οι παραγωγικές στρατιωτικές σχολές δεν συνοδεύονται από μία δευτεροβάθμια εκπαίδευση ποικιλώνυμων σχολείων, εκκλησιαστικά γυμνάσια, εκκλησιαστικά λύκεια, εκκλησιαστικά λύκεια δευτέρας ευκαιρίας, ινστιτούτα εκκλησιαστικής κατάρτισης και σχολές εκκλησιαστικής διακονίας.
Έχουμε ένα ολόκληρο βασανιστικό σύστημα σχολών με εκκλησιαστικό χαρακτήρα. Αυτό δεν συμβαίνει με τον παραγωγικό χώρο των στρατιωτικών σχολών.
Επίσης, ισχυρίζεται το νομοσχέδιο ότι αυτά δεν είναι πανεπιστήμια. Και όμως λέγεται σαφώς ότι παρέχουν εκπαίδευση και χορηγούν πτυχία ισότιμα με εκείνα των ιδρυμάτων του πανεπιστημιακού τομέα. Ποια πιο σαφής και ειλικρινής ομολογία, ότι αυτό που εδώ τεκταίνεται, αυτό που παράγεται ως προϊόν, με τη μορφή ενός πτυχίου, είναι όμοιο με αυτό που γίνεται στα πανεπιστήμια; Αφού αυτό το άλφα γίνεται στα πανεπιστήμια, αν γίνεται το άλφα και στις σχολές, θα είναι και αυτές οι σχολές πανεπιστήμια, όποιο όνομα, όποιο χαρακτηρισμό και αν τους δώσουμε.
Μία άλλη παρατήρηση η οποία έχει εκπαιδευτικό-παιδαγωγικό χαρακτήρα είναι ότι με το νομοσχέδιο αυτό εισάγεται η παιδαγωγική λογική των προγραμμάτων σπουδών με τον ισχυρισμό ότι αυτά τα διάφορα προγράμματα -τα οποία μπορεί να είναι ένα ή να είναι πολλά και οι φοιτητές των σχολών αυτών θα επιλέγουν και μάλιστα θα υπάρξει και η δημιουργία θέσεων διευθυντών αυτών των προγραμμάτων- θα προσεγγίζουν με εξειδικευμένο τρόπο επιμέρους εκκλησιαστικά αντικείμενα, την ίδια στιγμή όμως θα πρέπει να το δεχθούμε ότι με τον τρόπο αυτό ανατρέπεται η καθολικότητα της θεολογικής γνώσης η οποία εισάγεται στο άρθρο 5 με τον πολύ γενικό και ασαφή τρόπο –θα μου επιτρέψετε να πω- «Oρθοδοξία».
Η Ορθοδοξία είναι ένας όρος που φοβούμαι ότι τα τελευταία χρόνια πολύ συχνά χρησιμοποιείται και μάλιστα από πολύ κόσμο που δεν ξέρει τι ακριβώς σημαίνει. Μάλιστα, πώς είναι δυνατόν αυτός ο όρος να αναλυθεί στα περιεχόμενά του και μάλιστα τα πανεπιστημιακά περιεχόμενά του;
Προβλέπεται από το νομοσχέδιο και η οργάνωση μεταπτυχιακών σπουδών. Και λέει το νομοσχέδιο «σε γνωστικά αντικείμενα σχετικά με τις εκπαιδευτικές, ερευνητικές και λειτουργικές ανάγκες της Εκκλησίας της Ελλάδας». Μέσα από το νομοσχέδιο δεν δίνεται σε κανέναν από εμάς, σε κανέναν από αυτούς που έχουν διαβάσει το νομοσχέδιο, η δυνατότητα να προσδιορίσει έστω και υποθετικά ποιες είναι αυτές οι ανάγκες της εκκλησίας, οι οποίες είναι δυνατόν να προκαλέσουν την οργάνωση μεταπτυχιακών σπουδών. Γιατί όσο και αν θέλει κανείς να προσεγγίσει τα θέματα της εκκλησίας με έναν τρόπο διεισδυτικό, ερευνητικό, δυσκολεύεται να δει ποια είναι τελικά τα προβλήματα, ποιες είναι αυτές οι ανάγκες που θα προκαλέσουν την οργάνωση μεταπτυχιακών.
Μια άλλη παρατήρηση: Λέει ότι το Ανώτατο Επιστημονικό Συμβούλιο είναι αρμόδιο: «για την αναθεώρηση της παρεχόμενης εκπαίδευσης με κριτήριο την ορθόδοξη πίστη και παράδοση». Δεν είναι δυνατόν το Επιστημονικό Συμβούλιο που προβλέπεται να παρέμβει και να αναθεωρήσει το πρόγραμμα, άρα να καταργήσει ένα πρόγραμμα, πάντοτε όμως με κριτήριο τη θρησκευτική πίστη και την παράδοση.
Μα, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, είναι γνωστό πως η πίστη, η παράδοση, δεν επιδέχονται ερευνητικής ανατροπής. Είναι δεδομένα. Φαντάζεστε την πίστη τη χριστιανική, την πίστη προς την Ορθοδοξία να αλλάζει, να συγκροτεί ένα άλλο δεδομένο επιστημονικής έρευνας; Ακόμα και η χριστιανική θρησκευτική παράδοση! Δεν θα χρησιμοποιήσω το πολύ συνηθισμένο ρητό «πίστευε και μη ερεύνα». Σημαίνει ότι πίστη είναι αυτή η δεδομένη ψυχική, συνειδησιακή λειτουργία του καθενός από μας. Εάν κάθε μέρα πιστεύουμε σε κάτι άλλο, αυτό δεν είναι πίστη, είναι απλώς συμβιβασμός, ή αν θέλετε προσαρμογή -είτε είναι ήπια είτε σκληρή- σε ένα καινούριο κοινωνικό δεδομένο.
Όσον αφορά τώρα την εκπαιδευτική άποψη του θέματος, λυπούμαι πολύ που θα πω την άποψη ότι κι εδώ τελικά εισάγεται, αναδεικνύεται η άποψη της Κυβέρνησης όσον αφορά τα εκπαιδευτικά μας πράγματα, ότι θέλει να διαιωνιστεί μέσα στο χώρο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αυτή η ποικιλωνυμία των σχολών, των σχολείων πρώτης ευκαιρίας, δευτέρας ευκαιρίας, εκκλησιαστικά λύκεια και τελικά δεν γίνεται ούτε με αυτόν το νομοσχέδιο κάτι ώστε να διαφανεί μια διάθεση ότι μία ενιαία, καθολική δευτεροβάθμια εκπαίδευση θα δώσει την αυτοδυναμία που θέλουμε να έχει και θα πάψουν τα σχολεία αυτής της βαθμίδας να είναι απλώς ένας προθάλαμος προετοιμασίας για τα ανώτατα εκπαιδευτικά μας ιδρύματα. Και όμως εδώ προβλέπονται εκκλησιαστικά λύκεια, εκκλησιαστικά γυμνάσια, δευτέρας ευκαιρίας ινστιτούτα εκκλησιαστικής κατάρτισης και οι σχολές εκκλησιαστικής διακονίας. Είναι τα σχολεία στα οποία είναι υποχρεωμένα να πηγαίνουν τα Ελληνόπαιδα που θέλουν να ακολουθήσουν το επάγγελμα του κληρικού. Επιτρέψτε μου, χρησιμοποιώ τη λέξη «επάγγελμα», γιατί και ο δάσκαλος τελικά αυτό που κάνει είναι επάγγελμα. Και αν θέλω –γιατί υπήρξα μια ολόκληρη ζωή δάσκαλος- να διακρίνω ανάμεσα στο επάγγελμα ή στο λειτούργημα του δασκάλου και του κληρικού διαφορές, δεν μπορώ να δω μια διαφορά ανάμεσα στη λειτουργία που αναπτύσσεται σε μία σχολική αίθουσα με τη Λειτουργία ως μυστήριο που αναπτύσσεται μέσα σε έναν ιερό ναό. Θα μπορούσαν αυτά τα σχολεία να ιδρυθούν και να αναπτύσσονται μέσα στο χώρο της Εκκλησίας, όπου να μετεκπαιδεύονται ως υποψήφιοι κληρικοί τα παιδιά, οι νέοι Έλληνες που θα θελήσουν να πάνε εκεί.
Ιδρύεται Εποπτικό Συμβούλιο Εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης. Ιδρύεται Υπηρεσιακό Συμβούλιο. Και το έχουμε πει πολλές φορές και πολλοί από σας το έχουν διαπιστώσει, ότι με κάθε νομοσχέδιο, ιδιαίτερα με το νομοσχέδιο της εκπαίδευσης, έχουμε τελικά κουραστεί να ακούμε την ίδρυση νέων συμβουλίων, νέων εποπτών, νέων διευθυντών, νέων ελέγχων.
Δίνονται υποτροφίες, ενώ το θέμα της φοιτητικής στέγης είναι ένα βασικό θέμα που πονάει όλη την ανώτατη εκπαίδευση.
Θα τελειώσω με την περίφημη συνέντευξη. Τα παιδιά, οι νέοι που θέλουν να ακολουθήσουν μια από αυτές τις σχολές, θα πρέπει να υποστούν τη δοκιμασία μιας συνέντευξης και θα πρέπει να συνοδεύονται και από μία επιστολή ιεράρχου. Πείτε μου ότι αυτό δεν είναι χαρτί θρησκευτικών φρονημάτων!
Ευχαριστώ.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη - Ψαρούδα): Ο ειδικός αγορητής του Συνασπισμού, κ. Αθανάσιος Λεβέντης, έχει το λόγο.
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΛΕΒΕΝΤΗΣ: Ευχαριστώ, κυρία Πρόεδρε.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, σε καιρούς χαλεπούς που η Κυβέρνηση είναι εξαιρετικά φειδωλή στις παροχές της προς την παιδεία, την υγεία, την έρευνα, τον πολιτισμό, αποδεικνύεται εξαιρετικώς γαλαντόμος προς την Εκκλησία, την οποία πριμοδοτεί με τέσσερις ανώτατες πανεπιστημιακές σχολές, ακαδημίες. Και το ερώτημα που τίθεται είναι: Ποια ανάγκη προκαλεί αυτή την ενέργεια; Από πουθενά όμως δεν προκύπτει αντίστοιχη κοινωνική, επιστημονική ή άλλη αναγκαιότητα. Είναι επιστημονικώς ανεπαρκείς οι υπάρχουσες Θεολογικές Σχολές, ώστε να απαιτείται παράλληλη λειτουργία και άλλων, παρεμφερών ως προς το αντικείμενο αλλά υπό την πλήρη έλεγχο της Εκκλησίας, Θεολογικών Εκκλησιαστικών Σχολών;
Καταργούνται όσα απαιτεί το Ελληνικό Σύνταγμα από τα πανεπιστήμια: Η αυτοτέλεια και η αυτοδιοίκηση της Σχολής, τα ακαδημαϊκά κριτήρια σπουδών, εκλογής διδασκόντων, εισαγωγής σπουδαστών. Κυριαρχεί ο περιορισμός της ελεύθερης επιστημονικής σκέψης και έρευνας, στοιχείο απολύτως απαραίτητο, εκτός των άλλων, και αναγκαία συνταγματική προϋπόθεση για μια πανεπιστημιακή Σχολή. Αντιθέτως, εδώ επικρατεί η λογοκρισία και ο πειθαρχικός έλεγχος όσων θα διαφωνούν, μέσω διάτρητων κριτηρίων -διαγωγής, πίστης και ήθους-, όπως αυτά αξιολογούνται από ορισμένους εκκλησιαστικούς κύκλους που συχνά εμφορούνται από σκοταδιστικές και μεσαιωνικές απόψεις.
Το περιεχόμενο του νομοσχεδίου είναι τόσο ακραία θεοκρατικό, ώστε και οι Θεολογικές Σχολές αντέδρασαν, χαρακτηρίζοντάς το αντιακαδημαϊκό, αντιεπιστημονικό, αντιδημοκρατικό και αντισυνταγματικό. Ακούσαμε τους εκπροσώπους των Θεολογικών Σχολών που τα είπαν και στην αρμόδια επιτροπή, όπου επεσήμαναν, μεταξύ άλλων, ότι θίγει άμεσα όχι μόνο τις Θεολογικές Σχολές αλλά και γενικότερα τα πανεπιστήμια.
Ιδρύονται έτσι τέσσερα εκκλησιαστικά πανεπιστήμια υπό εκκλησιαστική διοίκηση και απόλυτο εκκλησιαστικό έλεγχο, τα οποία όμως χρηματοδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό, τη στιγμή που οι προϋπολογισμοί των άλλων πανεπιστημίων περιορίζονται και ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα απειλούνται με κλείσιμο λόγω έλλειψης κονδυλίων.
Η επιλογή των φοιτητών των Εκκλησιαστικών Ακαδημιών, σύμφωνα με το άρθρο 4, θα γίνεται με ειδικές, μη αντικειμενικές διαδικασίες και προϋποθέσεις, όπως: ομολογιακό κριτήριο, συνέντευξη, συστατική επιστολή του επισκόπου. Το νομοσχέδιο λέει ότι η ανωτατοποίηση γίνεται με βάση το πρότυπο των ανωτάτων στρατιωτικών σχολών. Ακόμη και στα ανώτατα στρατιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα κανείς δεν διανοήθηκε να περιλάβει σήμερα στα κριτήρια επιλογής των υποψηφίων τα φρονήματά τους. Φοβάμαι ότι με αυτό το νομοσχέδιο αναβιώνουν πρακτικές και η ιδεολογία της περιόδου του «ελληνοχριστιανικού πολιτισμού». Δεν θα ήθελα να πω και του «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών».
Θα αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία για δημοκρατική χώρα να διοικούνται δημόσια ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα από μη ακαδημαϊκά πρόσωπα. Δεν γνωρίζω στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στην οποία ανήκουμε, εάν υπάρχει άλλο προηγούμενο. Θα ορίζουν, λοιπόν, τα προγράμματα, τα γνωστικά αντικείμενα, θα εγκρίνουν την εκλογή του διδακτικού προσωπικού, την πρόσκληση επισκεπτών καθηγητών και θα διορίζουν τους προέδρους των ακαδημαϊκών συμβουλίων, οι οποίοι έχουν και τις πιο σημαντικές εξουσίες. Αυτά αναφέρονται στο άρθρο 7.
Απουσιάζουν οι ακαδημαϊκές προϋποθέσεις για την ένταξη και την εκλογή του διδακτικού προσωπικού. Τριμελής επιτροπή εισηγείται στο Ακαδημαϊκό Συμβούλιο, του οποίου τα μέλη συμμετέχουν, ανεξάρτητα από τη βαθμίδα τους, στη διαδικασία εκλογής του διδακτικού προσωπικού, οποιασδήποτε όμως βαθμίδας. Άρθρο 11, εδάφια 4 και 5.
Στα ειδικά επταμελή εκλεκτορικά σώματα που θα συγκροτηθούν για τις κρίσεις των υπηρετούντων στις εκκλησιαστικές σχολές συμπεριλαμβάνονται μη ακαδημαϊκά πρόσωπα. Όσοι υπηρετούν στις σημερινές Ανώτερες Εκκλησιαστικές Σχολές και κατέχουν διδακτορικό δίπλωμα γίνονται καθηγητές των νέων Ακαδημιών, με βάση απλώς την ευδόκιμη υπηρεσία τους. Άρθρο 28, εδάφιο 3.
Οι Σχολές δεν θα έχουν Τμήματα, όπως έχουν σήμερα τα πανεπιστήμια αλλά ευέλικτα προγράμματα σπουδών. Αρχικά όλες θα έχουν πρόγραμμα ιερατικών σπουδών και στη συνέχεια θα μπορούν να φτιάξουν προγράμματα διοίκησης και οργάνωσης εκκλησιαστικών ιδρυμάτων, συντήρησης εκκλησιαστικών κειμηλίων και άλλα. Η ύπαρξη προγραμμάτων και όχι Τμημάτων δεν συμβαδίζει με τη σημερινή οργάνωση των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων.
Δημιουργούνται οικοτροφεία χρηματοδοτούμενα από το κράτος, στα οποία θα μένουν εσωτερικοί οι φοιτητές, υπό την ευθύνη όμως της Εκκλησίας.
Αυξάνονται όμως ακόμα περισσότερο οι κίνδυνοι που εμπεριέχει η δημιουργία τέτοιων αυστηρά επιτηρούμενων κλειστών και μακριά από την κοινωνία συστημάτων εκπαίδευσης.
Οι νέες πανεπιστημιακές σχολές δεν είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, όπως ορίζει το άρθρο 16 παράγραφος 5 του Συντάγματος. Παραμένουν δημόσιες υπηρεσίες και διοικούνται ως δημόσιες υπηρεσίες αντί της πλήρους αυτοδιοίκησης που αποτελεί συνταγματική επιταγή.
Στόχος είναι ο έλεγχος των ακαδημιών αυτών που διασφαλίζεται μέσω του Προέδρου του Ακαδημαϊκού Συμβουλίου που δεν εκλέγεται όπως ο αντίστοιχος πρόεδρος του τμήματος στα πανεπιστήμια, αλλά που διορίζεται. Παραβιάζεται η ακαδημαϊκή ελευθερία που το Σύνταγμα προβλέπει για την ανώτατη εκπαίδευση γιατί με τα άρθρα 1 και 2 οι υπό σύσταση εκκλησιαστικές σχολές τίθενται στην υπηρεσία της Εκκλησίας ως παραγωγικές σχολές της. Ακόμα υπηρετούν το βασικό σκοπό της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης στην ανάδειξη και κατάρτιση κληρικών και λαϊκών στελεχών της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ελλάδα υψηλού μορφωτικού επιπέδου και χριστιανικού ήθους, όπως λέει το νομοσχέδιο.
Κατά το άρθρο 3 παράγραφος 3 η περιγραφόμενη αποστολή των Ανώτατων Εκκλησιαστικών Ακαδημιών δεν μπορεί να θεωρηθεί συμβατή με την ελευθερία της έρευνας και της επιστήμης. Η ανώτατη εκπαίδευση στην οποία υπάγεται και η θεολογική επιστήμη δεν μπορεί να είναι χώρος ιδιοκτησίας, ελέγχου και παρέμβασης κανενός και της Εκκλησίας συμπεριλαμβανομένης.
Η μη απόσυρση του νομοσχεδίου θα αποτελέσει ένα είδος σκανδάλου εκκλησιαστικής και πολιτικής διαπλοκής εναντίον της ελεύθερης επιστήμης στην Ελλάδα. Η δημιουργία των τεσσάρων νέων πανεπιστημιακών σχολών στοχεύει στην υποβάθμιση και πιθανώς στην κατάργηση των δύο πανεπιστημιακών Θεολογικών Σχολών, όπως εκφράστηκε και από τους εκπροσώπους των Θεολογικών Σχολών. Επίσης στρέφεται εναντίον της ελεύθερης θεολογικής διανόησης μετατρέποντας τα πανεπιστήμια από κέντρα έρευνας και επιστήμης σε χώρο ασφυκτικά ελεγχόμενης και κατευθυνόμενης ιδεολογίας.
Αν η Εκκλησία έχει ανάγκη από μορφωμένους κληρικούς στο ιερατικό επίπεδο, στα «παπαδικά» όπως ελέχθη στην επιτροπή κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου, τότε μπορεί να δημιουργήσει ιερατικές σχολές. Ας αποφασίσει η Κυβέρνηση να προχωρήσει στο χωρισμό του Κράτους από την Εκκλησία και να δοθεί η δυνατότητα στην Εκκλησία να φτιάξει αυτό που επιθυμεί στο δικό της πεδίο, με δική της ευθύνη και με δικά της έξοδα.
Διαβάζω στη συνέχεια ένα τμήμα από κείμενο που μας διανεμήθηκε από τις Κοσμητείες των Θεολογικών Σχολών, δύο παραγράφους που νομίζω ότι είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσες.
Η πρώτη παράγραφος αναφέρει: Κάποιοι από τους υπηρετούντες ως καθηγητές στις Εκκλησιαστικές Σχολές υπέβαλαν υποψηφιότητα στις Θεολογικές Σχολές και δεν κρίθηκαν ικανοί ούτε για τη βαθμίδα του λέκτορα, ενώ τώρα αυτομάτως, θα ενταχθούν στη βαθμίδα του αναπληρωτή καθηγητή.
Η δεύτερη παράγραφος αναφέρει: Οι φοιτητές που θέλουν να φοιτήσουν στις Ανώτατες Εκκλησιαστικές Ακαδημίες είτε ακολουθήσουν τις ιερατικές σχολές είτε άλλες ειδικότητες χρειάζονται πιστοποιητικό θρησκευτικών ιδεολογικών φρονημάτων από τον Επίσκοπο του τόπου κατοικίας τους. Δεν πρόκειται για συμμαρτυρία που δίνει ο πνευματικός ιερέας σε υποψήφιο κληρικό, αλλά για πιστοποιητικό χρηστομάθειας που αποτελεί προϋπόθεση, για να προχωρήσει ο υποψήφιος των Ανωτάτων Εκκλησιαστικών Ακαδημιών στην προφορική συνέντευξη και στη συνέχεια να εισαχθεί στη σχολή.
Πιο αντιεπιστημονικό και αντιδημοκρατικό κριτήριο δεν υπάρχει. Αυτά τα λένε οι Κοσμήτορες των Θεολογικών Σχολών και δεν νομίζω βέβαια ότι έχουν άδικο. Όπως τόνισαν ιεράρχες και κοσμήτορες που μίλησαν στην αρμόδια Επιτροπή των Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής, το συστατικό στοιχείο της συστατικής επιστολής του Επισκόπου είναι βεβαίωση του πνευματικού του, την τελευταία προ της χειροτονίας στιγμή, ότι ο υποψήφιος μπορεί να χειροτονηθεί. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι προαπαιτούμενο για να εισέλθει ένας υποψήφιος σε μια πανεπιστημιακή σχολή όπου το φρόνημα και η σκέψη είναι εντελώς ελεύθερα και συνταγματικώς κατοχυρωμένα.
Επίσης είναι κατοχυρωμένη η ισότητα ανδρών και γυναικών σε όλα τα επίπεδα της πολιτικής και κοινωνικής ζωής. Γι’ αυτό και είναι πέρα για πέρα αντισυνταγματικό να απαγορεύεται σε μια ανώτατη σχολή ελληνικού πανεπιστημίου η είσοδος γυναικών, όπως θεσπίζει το παρόν νομοσχέδιο το οποίο αναφέρει στο άρθρο 4 ότι γίνονται δεκτοί μόνο άρρενες υποψήφιοι.
Θα ήθελα, κυρία Υπουργέ, την προσοχή σας σε αυτό, ότι δηλαδή αυτή τη στιγμή σε μια ανώτατη πανεπιστημιακή σχολή απαγορεύεται η είσοδος φοιτητριών.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΚΛΑΜΑΝΗΣ: Δεν θα επιτρέπεται η είσοδος του δευτέρου φύλου.
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΛΕΒΕΝΤΗΣ: Σας εκτιμώ εξαιρετικά, κυρία Υπουργέ, και γι’ αυτό δεν ξέρω πώς θα αντιμετωπίσετε το πρόβλημα, τι θα απαντήσετε στις Ελληνίδες υποψήφιες, στις Ελληνίδες φοιτήτριες, στους συλλόγους των γυναικών, ότι απαγορεύεται με δική σας υπογραφή με δικό σας νομοσχέδιο να μπουν γυναίκες σε μια ανώτατη σχολή; Τι θα πείτε στις γυναίκες Υπουργούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στις Πρωθυπουργούς, ότι, ξέρετε, εμείς στην Ελλάδα απαγορεύουμε σε μια σχολή να μπουν γυναίκες;
ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΤΣΑΛΙΔΗΣ: Για να γίνουν κληρικοί!
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΛΕΒΕΝΤΗΣ: Δεν είναι για παπάδες. Είναι για τη σχολή. Οι παπάδες είναι άλλο πράγμα.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ ( Άννα Μπενάκη - Ψαρούδα): Σας παρακαλώ, κύριοι συνάδελφοι. Να μη διακόπτετε. ‘Ολοι θα λάβετε το λόγο και θα τοποθετηθείτε επί του θέματος.
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΛΕΒΕΝΤΗΣ: Αυτή η σχολή δίνει πτυχία και πρέπει να το προσέξετε. Είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα. Δεν πρέπει να γίνεται αυτή η σύγχυση.
Αυτές οι προϋποθέσεις και οι απαγορεύσεις δεν μπορούν να γίνουν δεκτές για την είσοδο στα πανεπιστήμια. Η εκκλησία μπορεί αν θέλει να τις χρησιμοποιήσει προκειμένου να χειροτονήσει κάποιον ή όχι, ως ιερέα όταν έχει πάρει το πτυχίο του και είναι να προχωρήσει μετά, όχι να μπει στη σχολή. Η εκκλησία έχει το δικό της διακριτό λόγο, τη δική της συνεισφορά σεβαστή απολύτως στη θρησκευτική, εθνική, κοινωνική, αλλά και πολιτική ζωή της χώρας και κανένας μας δεν θέλει αυτό να το αμφισβητήσει αλλά είναι εντελώς άλλο αυτό που συζητάμε τώρα. Σήμερα προσπαθεί να αναβαθμίσει και να ενισχύσει τα πεδία δράσης και ισχύος της όχι μόνο στο θρησκευτικό που είναι και φυσικό αλλά και στο κοσμικό και στο πολιτικό πεδίο. Δικαίωμά της βέβαια να το επιδιώκει αλλά δεν μπορεί να αποκλείει από την πολιτεία να διεκδικεί και αυτή να διατηρήσει το δικό της ρόλο. Γι’ αυτό και θα έπρεπε η χώρα μας να διαχωρίσει αυτούς τους ρόλους όπως έχουν κάνει όλες οι ευρωπαϊκές χώρες, οι περισσότερες μάλιστα τώρα και αρκετές εκατονταετίες. ‘Εχουν σωστά αποδώσει τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ. ‘Ετσι η εκκλησία θα μπορούσε να αναβαθμίσει ή και να ανωτατοποιήσει τις σπουδές των κληρικών της στα θέματα που αφορούν τις λειτουργίες της μέσα στους δικούς της κόλπους και καταβάλλοντας εξ ιδίων το κόστος για σπουδές που αφορούν τους λειτουργούς της. Εμείς δεν μπορούμε να διανοηθούμε διακρίσεις μεταξύ των Ελλήνων πολιτών, ανδρών και γυναικών, ούτε επιστήμονες με έλεγχο του φρονήματός τους. Και εδώ ασφαλώς περιλαμβάνεται και το θρησκευτικό φρόνημα. Δεν μπορούμε να δεχθούμε ως απαραίτητη προϋπόθεση για την εισαγωγή ενός υποψηφίου σε ελληνικό πανεπιστήμιο τον προκαταβολικό έλεγχο του φρονήματός τους από οποιονδήποτε. Για το λόγο αυτό διαφωνούμε με τη φιλοσοφία και τις επιδιώξεις του παρόντος νομοσχεδίου και το καταψηφίζουμε επί της αρχής.
Ευχαριστώ.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ ( Άννα Μπενάκη - Ψαρούδα): Ευχαριστούμε τον κ. Λεβέντη.
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΑΣΤΑΝΙΔΗΣ: Κυρία Πρόεδρε, παρακαλώ το λόγο.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ ( Άννα Μπενάκη - Ψαρούδα): Ορίστε, έχετε το λόγο.
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΑΣΤΑΝΙΔΗΣ: Κυρία Πρόεδρε, σας ευχαριστώ πολύ.
Με την ευκαιρία της επανέναρξης των εργασιών του Σώματος θέλω να ευχηθώ σε όλους καλή χρονιά και να είναι δημιουργική.
Κυρία Πρόεδρε, ζήτησα το λόγο διότι η Αξιωματική Αντιπολίτευση εγείρει θέμα συνταγματικότητας του νομοσχεδίου. Κατά την εκτίμησή μας σειρά διατάξεων, εκφεύγουν των ορίων της συνταγματικής νομιμότητας. Ειδικότερα έχουμε βάσιμα επιχειρήματα και στέρεα την πεποίθηση ότι σε τρεις τουλάχιστον περιπτώσεις στα άρθρα 4, 7 και 9 και ενδεχομένως στο άρθρο 5 έχουμε παραβίαση της συνταγματικής νομιμότητας και περιγραφή των σχετικών άρθρων του Συντάγματος. Μιλώ συγκεκριμένα για τα άρθρα 16 και 4.
Εν όψει αυτών η Αξιωματική Αντιπολίτευση επιθυμεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 100 του Κανονισμού της Βουλής να συζητηθεί το θέμα της συνταγματικότητας του νομοσχεδίου. Θα παρακαλέσω, κυρία Πρόεδρε, όπως προβλέπει ο Κανονισμός, να οργανώσουμε τη συζήτηση και να καταλήξουμε σε ένα αποτέλεσμα δι’ ανατάσεως ή εγέρσεως. Από την πλευρά της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης ως λέγων, θέλουμε να πάρει το λόγο ο συνάδελφος κ. Λοβέρδος.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ ( Άννα Μπενάκη - Ψαρούδα): Επομένως, κύριε συνάδελφε, προτείνετε να εφαρμόσουμε στην παράγραφο 2 του άρθρου 100 του Κανονισμού της Βουλής. Ο συνάδελφος που θα πάρει το λόγο θα προσδιορίσει και ποιες είναι οι διατάξεις για τις οποίες επικαλείσθε αντισυνταγματικότητα. ‘Εχουν δικαίωμα να μιλήσουν ο λέγων, ο αντιλέγων και οι Κοινοβουλευτικοί Εκπρόσωποι και η κυρία Υπουργός για πέντε λεπτά.
Παρακαλώ τον κ. Λοβέρδο να λάβει το λόγο.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΟΒΕΡΔΟΣ: Κυρία Πρόεδρε, εύχομαι σε σας και σε όλους τους συναδέλφους καλή χρονιά.
Δεν εκφράζουμε τις αιτιάσεις μας οψίμως. Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, στη Διαρκή Επιτροπή, όπως ανέφερε ο κ. Δημαράς, πολλοί συνάδελφοι απ’ όλα τα κόμματα της Αντιπολίτευσης κάναμε αναφορά σε μια σειρά από διατάξεις που πάσχουν από αντισυνταγματικότητα, αλλά ουδείς εκ των κυβερνώντων –για παράδειγμα η Υπουργός, αλλά και οι δυο παριστάμενοι Υφυπουργοί- έδωσε σημασία.
Αναφερθήκαμε στην παραβίαση του άρθρου 4 του Συντάγματος περί ισότητας, του άρθρου 16, παράγραφος 1, 5 και 6 περί ακαδημαϊκής ελευθερίας και Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, ακόμη και σ’ αυτό το άρθρο 43, παράγραφος 2 του Συντάγματος περί εξουσιοδοτήσεων, κυρία Πρόεδρε, και τα λέγαμε σε αυτιά μη ακουόντων.
Φαίνεται ότι είναι αφ’ ενός πάγια η πρακτική αυτής της Κυβέρνησης να νομοθετεί αυταρχικά, δηλαδή έξω από τα όρια του Συντάγματος, αφού για περισσότερες από τριάντα πέντε περιπτώσεις η Διεύθυνση Επιστημονικών Μελετών της Βουλής έχει κάνει τις σχετικές επισημάνσεις. Από την άλλη φαίνεται ότι αυτή η φούρια η «χριστιανονεοδημοκρατική» δεν επιτρέπει τη συνεννόηση.
Εξηγούμαι με πάρα πολύ συγκεκριμένο τρόπο: Είναι δυνατό να επισημαίνουμε ότι παραβιάζεται το Σύνταγμα στο άρθρο 43, παράγραφος 2, όταν για πολύ σημαντικά, πρωτεύοντα θέματα δίνει η κυρία Υπουργός δια του νόμου εξουσιοδότηση στον εαυτό της να εκδώσει υπουργικές αποφάσεις; Της λέγαμε στη Διαρκή Επιτροπή ότι αυτά απαιτούν Προεδρικά Διατάγματα. Γελούσαν οι αρμόδιοι Υπουργοί. Τώρα επισημαίνει τα σχετικά θέματα και η Διεύθυνση Επιστημονικών Μελετών. Δεν είμαστε εμείς που έχουμε το πρόβλημα συζητώντας, είναι οι διοικούμενοι, οι Έλληνες πολίτες και οι Ελληνίδες –όχι εδώ οι Ελληνίδες, θα πω στη συνέχεια- που θα έχουν τα προβλήματα στα δικαστήρια μεθαύριο, όταν θα προσβληθούν οι συγκεκριμένες διατάξεις αυτού του σχεδίου νόμου. Δεν μας άκουσε η Κυβέρνηση ασκώντας νομοθετική πρωτοβουλία ούτε σ’ αυτό το σημείο και έρχεται η Έκθεση Επιστημονικών Μελετών να το επιβεβαιώσει.
Πέρα απ’ αυτό, που σε τελευταία ανάλυση είναι και θέμα αλαζονείας που επιδεικνύετε, κυρίες και κύριοι Βουλευτές, για δεύτερη φορά, και στο σχέδιο νόμου περί μετεγγραφών πάλι το ίδιο λάθος είχε κάνει η Κυβέρνηση και της επισημάνθηκε αρμοδίως από τη Διεύθυνση Επιστημονικών Μελετών. Πέρα, όμως, απ’ αυτά υπάρχει και η ακαδημαϊκή ελευθερία, αν υπάρχει δηλαδή παρέκκλιση ή όχι από το άρθρο 16 του Συντάγματος.
Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, στη Διαρκή Επιτροπή είχαμε πει ρητά ότι η ελεύθερη έρευνα στα Α.Ε.Ι., όπως προστατεύεται από το άρθρο 16, εδώ, στα ιδρύματα αυτά που χαρακτηρίζονται πια με το νόμο ως Ανώτατα, έχει πρόβλημα. Υπάρχει εξ αντικειμένου, ως εκ του δόγματος προκύπτων, περιορισμός και η ελευθερία της έρευνας δεν μπορεί να υπόκειται σε τέτοιους είδους περιορισμούς. Τίποτε και εδώ. Αστείο θέμα για τους κυβερνώντες το προκείμενο. Έρχεται και πάλι ως προς αυτό το θέμα η Διεύθυνση Επιστημονικών Μελετών να επιβεβαιώσει τις παρατηρήσεις μας.
Τρίτο και τελευταίο, εν προκειμένω, θέμα είναι αυτό που έχει να κάνει με την αρχή της ισότητας στο άρθρο 4, παράγραφος 1 του Συντάγματος: «Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες πολίτες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου».
Εμείς είπαμε ότι δεν συζητάμε στο κενό, συζητάμε για τις περίφημες συνεντεύξεις μετά από αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας και σχετικά πρακτικά επεξεργασίας του δικαστηρίου αυτού που έχουν κρίνει τα μέχρι τώρα νομοθετήματα της Νέας Δημοκρατίας ως προς τη συνέντευξη. Τους ζητήσαμε να της προσδιορίσουν τα χαρακτηριστικά. Φέρνουν τη διάταξη αυτούσια, δεν ακούν.
Ακόμη, για το περίφημο πιστοποιητικό του οικείου Μητροπολίτη είχαμε πει ότι και αυτό, εφόσον πρόκειται περί δημοσίου κρατικού Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος, κατάφωρα παραβιάζει την αρχή της ισότητας.
Όλα αυτά τα έλεγαν τα κόμματα στη Βουλή, τα έλεγαν οι καθηγητές των πανεπιστημίων, ελέγοντο στο δημόσιο διάλογο και η Κυβέρνηση δεν άκουγε.
Τώρα όλοι μπροστά μας έχουμε τις σχετικές επισημάνσεις και από τη Διεύθυνση Επιστημονικών Μελετών. Ας κάνει, έστω τώρα, η Κυβέρνηση τις αλλαγές, γιατί αν δεν τις κάνει, κυρία Υπουργέ, νομιμοποιούμαστε όλοι να λέμε το εξής: Παλιά στη δεκαετία του ’70, του ’80 ακόμη λέγαμε, «σιγά, και οι τοίχοι έχουν αυτιά». Όσο περνάει όμως ο καιρός στον 21ο αιώνα έτσι που λειτουργείτε άνετα μπορούμε να πούμε ότι τα δικά σας αυτιά, κύριοι και κυρίες της Κυβέρνησης, έχουν τοίχους!
(Χειροκροτήματα από την πτέρυγα του ΠΑΣΟΚ)
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη - Ψαρούδα): Κύριε Λοβέρδο όλες τις διατάξεις προσβάλλετε ως αντισυνταγματικές;
ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΟΒΕΡΔΟΣ: Κυρία Πρόεδρε, έκανα ρητή αναφορά στο άρθρο 4, στο άρθρο 5, στο άρθρο 7 και στο άρθρο 9 του σχεδίου νόμου.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη - Ψαρούδα): Από τη Νέα Δημοκρατία ποιος θα μιλήσει;
ΒΥΡΩΝ ΠΟΛΥΔΩΡΑΣ: Ο συνάδελφος κ. Τσαλίδης.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη - Ψαρούδα): Ορίστε κύριε Τσαλίδη έχετε το λόγο.
ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΤΣΑΛΙΔΗΣ: Κυρία Πρόεδρε, έχω να πω το εξής στα όσα είπε ο κ. Λοβέρδος. Κατ’ αρχάς θεωρώ ότι το νομοσχέδιο σε ό,τι αφορά τουλάχιστον το θέμα της αυτοδιοίκησης που τέθηκε όπως επίσης και το θέμα της ελευθερίας στην έρευνα δεν έχει πρόβλημα συνταγματικότητας, διότι σε ό,τι αφορά στην αυτοδιοίκηση κατά το άρθρο 16 τουλάχιστον του Συντάγματος προβλέπεται η έκδοση εκτελεστικού νόμου. Θα μπορούσε λοιπόν κάποιος να πει ότι αυτή τη στιγμή εφ’ όσον υπάρχει μόνο ένας εκτελεστικός νόμος και αυτός είναι ο νόμος πλαίσιο που αναφέρεται στα πανεπιστήμια, κατά την έννοια του άρθρου 16 του Συντάγματος, μόνο τα πανεπιστήμια είναι ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα ενώ όπως όλοι γνωρίζουμε και τα Τ.Ε.Ι. έχουν γίνει ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα αλλά και τα Ανώτατα Στρατιωτικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα.
Σε ό,τι αφορά επίσης στην αυτοδιοίκηση κάνοντας μια σύγκριση αν θέλετε με τα Ανώτατα Στρατιωτικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα και εκεί λειτουργεί το συμβούλιο Ανώτατης Ακαδημαϊκής και Στρατιωτικής Εκπαίδευσης στη σύνθεση του οποίου υπάρχουν οι αρχηγοί Γ.Ε.ΕΘ.Α., Γ.Ε.Σ., Γ.Ε.Ν., Γ.Ε.Α., ο εκπρόσωπος του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, ο εκπρόσωπος του ΥΠ.Ε.Π.Θ., οι διοικητές των Α.Σ.Ε.Ι. που είναι στο βαθμό του υποστράτηγου ή αντιστράτηγου, οι διευθυντές στρατιωτικής εκπαίδευσης που είναι ταξίαρχοι καθώς επίσης και κάποια μέλη Δ.Ε.Π., τα οποία εκλέγονται και δεν διορίζονται. Κατ’ αναλογία υπάρχει και στις Ανώτατες Εκκλησιαστικές Ακαδημίες το Ανώτατο Επιστημονικό Συμβούλιο.
Συνεπώς, δεν τίθεται θέμα αυτοδιοίκησης. Σε ό,τι αφορά δε στην ισότητα των πολιτών θεωρώ ότι επίσης δεν υπάρχει πρόβλημα συνταγματικό που άλλωστε δεν αναφέρεται και πουθενά στην έκθεση της Επιστημονικής Επιτροπής της Βουλής, μια που ό,τι ισχύει μέχρι σήμερα θα εξακολουθεί να ισχύει και στο μέλλον.
Τέλος, σε ό,τι αφορά στα μέλη του διδακτικού προσωπικού, σύμφωνα και με τις τροποποιήσεις οι οποίες έγιναν στο παρόν σχέδιο νόμου και οι οποίες διαβάστηκαν από τον κύριο Υφυπουργό και κατατέθηκαν στα Πρακτικά της Βουλής, θεωρώ επίσης ότι δεν υπάρχει κανένα απολύτως πρόβλημα.
Επίσης σε ό,τι αφορά στην ελευθερία της έρευνας θα έλεγα ότι και μόνο η συνδιοργάνωση, με τα πανεπιστήμια, προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών -την ευθύνη διοργάνωσης βέβαια των οποίων έχουν τα πανεπιστήμια τα οποία και χορηγούν τους μεταπτυχιακούς αυτούς τίτλους- που σημαίνει έρευνα, καταρρίπτει και αυτό τον ισχυρισμό του κ. Λοβέρδου.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη - Ψαρούδα): Η κυρία Υπουργός έχει το λόγο.
ΜΑΡΙΕΤΤΑ ΓΙΑΝΝΑΚΟΥ (Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων): Κυρία Πρόεδρε, τα περί αντισυνταγματικότητας με βάση το συγκεκριμένο νόμο ελέχθησαν και είναι εντυπωσιακό ότι σχετικά με το άρθρο 4 η Επιστημονική Επιτροπή της Βουλής είναι κατηγορηματική ότι δεν τίθεται θέμα συνταγματικότητας. Εδώ υπάρχει ένα βασικό ερώτημα: Ζητάτε να γίνουν ιερείς γυναίκες; Γιατί για να ξεκαθαρίζουμε τα πράγματα μόνο στην ιερατικών σπουδών των ακαδημιών δεν μπορούν να μπουν γυναίκες. Στις τέσσερις υπόλοιπες που είναι καθορισμένες βεβαίως μπορούν να μπουν γυναίκες.
Θέλω να σας πω ότι η Εκκλησία της Ελλάδος μπορεί να δεχθεί και γυναίκες. Δηλαδή, προτείνει –και το πρότεινε στην Επιτροπή- να μπορούν να μπουν και γυναίκες στην Ιερατικών Σπουδών.
Εγώ, λοιπόν, πέρα από το νομικό, ερωτώ πολιτικά: Θέλετε να γίνουν ιερείς γυναίκες; Να το κουβεντιάσουμε με την Εκκλησία, επιτέλους.
(Χειροκροτήματα από την πτέρυγα της Νέας Δημοκρατίας)
(Διαμαρτυρίες από την πτέρυγα του ΠΑ.ΣΟ.Κ.)
ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΟΒΕΡΔΟΣ: Ουδείς σας είπε αυτό.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη - Ψαρούδα): Παρακαλώ.
Τελειώσατε, κυρία Υπουργέ, επί της αντισυνταγματικότητας;
ΜΑΡΙΕΤΤΑ ΓΙΑΝΝΑΚΟΥ (Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων): Μάλιστα, κυρία Πρόεδρε.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη-Ψαρούδα): Ποιος από τους Κοινοβουλευτικούς Εκπροσώπους θέλει να πάρει το λόγο;
ΟΡΕΣΤΗΣ ΚΟΛΟΖΩΦ: Κυρία Πρόεδρε, το λόγο.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη - Ψαρούδα): Ορίστε, κύριε Κολοζώφ, έχετε το λόγο.
ΟΡΕΣΤΗΣ ΚΟΛΟΖΩΦ: Κυρία Πρόεδρε, εμείς συνηγορούμε με την πρόταση αντισυνταγματικότητας που έθεσε το ΠΑ.ΣΟ.Κ.
Όσον αφορά το άρθρο 4 ας είμαστε, κυρία Υπουργέ, λίγο σοβαροί. Αυτά που είπατε προηγουμένως, δεν προκύπτουν από το νομοσχέδιο. Κάνετε μία τροπολογία να προκύψει ότι στις ανώτατες ακαδημίες μπορούν να μπαίνουν και γυναίκες.
Δεύτερον, υπάρχει το γεγονός ότι αυτές οι θρησκευτικές σχολές βρίσκονται κάτω από την εποπτεία του κράτους. Εάν μεν υπήρχε διαχωρισμός της Εκκλησίας από το Κράτος, μπορούσε η Εκκλησία να κάνει ό,τι θέλει. Να πάρει όποιον θέλει και να αποκλείσει όποιον θέλει. Επομένως, φυσικό θα ήταν να θέλει να φοιτήσουν εκεί πέρα μόνο χριστιανοί ορθόδοξοι. Όντας όμως, κάτω από την εποπτεία του Κράτους αυτό δεν μπορεί να γίνει. Και είναι απαράδεκτο να υπάρχουν συστατικές επιστολές, δηλαδή να γίνονται τέτοιου είδους διακρίσεις σε εκπαιδευτικά ιδρύματα που είναι ενταγμένα στο εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη - Ψαρούδα): Ποιος άλλος Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος θέλει να λάβει το λόγο επί της αντισυνταγματικότητας;
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ: Κυρία Πρόεδρε, το λόγο, παρακαλώ.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη - Ψαρούδα): Ορίστε, κύριε Κωνσταντόπουλε, έχετε το λόγο.
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ: Κυρία Πρόεδρε, νομίζω ότι μπορούμε να κάνουμε μία κοινή διαπίστωση. Εάν είχαν ρυθμιστεί στην ώρα τους και με τον τρόπο που έπρεπε τα ζητήματα σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας, δεν θα χρειαζόμασταν κάθε τόσο αυτού του είδους τις συζητήσεις. Ένα θέμα που έπρεπε να έχει λυθεί στην προηγούμενη αναθεώρηση, δεν λύθηκε. Και ερχόμαστε τώρα με αυτό το θέμα σε εκκρεμότητα εν όψει και της νέας αναθεώρησης, της αναθεώρησης, που δείχνει πολιτική αναξιοπιστία όλων των σχετικών προτάσεων.
Το μείζον θέμα, λοιπόν, είναι διάκριση των ρόλων Εκκλησίας και Κράτους. Αφ’ ης στιγμής δεν το θέλετε ως κόμματα που πλειοψηφείτε στη Βουλή και δεν το θελήσατε και στην προηγούμενη Βουλή, καλό είναι με τα υπάρχοντα δεδομένα να συνεννοηθούμε.
Το νομοσχέδιο είναι αντισυνταγματικό και προσπαθεί να εξοικονομήσει με τις γνωστές περιγραφές των συνταγματικών διατάξεων μία τάξη νομιμότητας. Δεν εξοικονομείται. Παραβιάζεται η αρχή του αυτοδιοίκητου των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, παραβιάζεται η αρχή της ισότητας και επίσης, όλα όσα έχουν σχέση με το πρόγραμμα σπουδών, τους τίτλους και από εκεί και πέρα την υλοποίηση των τίτλων σπουδών από πλευράς επαγγελματικής αξιολόγησης.
Είναι αντισυνταγματικό το νομοσχέδιο. Για μία ακόμα φορά νομοθετούμε κατά παρέκκλιση της συνταγματικής τάξης και δεν εφαρμόζουμε το Σύνταγμα που λέει ότι νόμω κρατούσα είναι η Πολιτεία στις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας. Δηλαδή, η Πολιτεία με νόμο ρυθμίζει τα επί μέρους ζητήματα.
Όχι μόνο δεν εφαρμόζουμε τη συνταγματική ρήτρα της κρατούσης πολιτείας, αλλά παραβιάζουμε από εκεί και πέρα και αυτή τη συγκεκριμένη συνταγματική ρύθμιση για βασικά ζητήματα που έχουν σχέση με την εκπαίδευση.
Θα ήθελα να κάνω και μια τελευταία παρατήρηση. Ώστε, λοιπόν, το θέμα της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, το πρόβλημα που καίει την κοινωνία, τις οικογένειες, τους εκπαιδευτικούς, την ακαδημαϊκή κοινότητα, ικανοποιείται με νομοσχέδια αυτού του τύπου; Αυτό μας μάρανε; Τα εκκλησιαστικά πανεπιστήμια μας μάραναν;
Ο νόμος είναι αντισυνταγματικός. Και αν θέλετε πραγματικά να είμαστε πρόσωπο με πρόσωπο με τα προβλήματα, προχωρήστε στη διάκριση κράτους και Εκκλησίας.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη - Ψαρούδα): Ευχαριστούμε πολύ τον κ. Κωνσταντόπουλο.
Ο κ. Καστανίδης έχει το λόγο.
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΑΣΤΑΝΙΔΗΣ: Κυρία Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, επιθυμούμε μια αποτελεσματική και λαμπρή εκκλησιαστική εκπαίδευση. Επιθυμούμε να ενισχύσουμε την Ορθοδοξία και την Εκκλησία στο χρέος της να συνεχίσει να παράγει εκκλησιαστικά στελέχη και επιστήμονες που να τιμούν την αποστολή τους και να αναλογούν στις επιδιώξεις της Ορθοδοξίας.
Όμως, κυρία Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, αυτό πρέπει να το κάνουμε με τρόπο που να μην περιγράφει τη συνταγματική νομιμότητα. Πρέπει να το κάνουμε με τρόπο που στο τέλος-τέλος δεν θα προσβάλει και την ίδια την Εκκλησία.
Με το νομοσχέδιο το οποίο εισηγείται σήμερα η Κυβέρνηση, πράττει και τα δύο. Πιστεύω ότι και τη συνταγματική νομιμότητα πλήττει και την αποστολή της Εκκλησίας και της Ορθοδοξίας προσβάλλει. Και θέλω να εξηγηθώ. Όλα ξεκινούν από τη διάταξη του άρθρου 1. Το άρθρο 1 με σαφήνεια προβλέπει ότι οι Ανώτατες Εκκλησιαστικές Ακαδημίες ανήκουν στην Ανώτατη Εκπαίδευση, αλλά η Ανώτατη Εκπαίδευση, κατά το άρθρο 16, περιβάλλεται με συγκεκριμένες εγγυήσεις του έργου και της αποστολής της.
Άρα, από τη στιγμή που οι Ανώτατες Εκκλησιαστικές Ακαδημίες χαρακτηρίζονται ως ιδρύματα που εντάσσονται στην Ανώτατη Εκπαίδευση, θα πρέπει να περιβληθούν τύπους, τυπικό και λειτουργίες που να προσιδιάζουν προς τα υπόλοιπα εκπαιδευτικά ιδρύματα που ανήκουν στην Ανώτατη Εκπαίδευση. Πρέπει, κυρίως, να εξασφαλίζεται στη λειτουργία τους κάθε τι που σέβεται την αρχή της ισότητας κατά το άρθρο 4 του Συντάγματος.
Η εισαγωγή των φοιτητών στις Ανώτατες Εκκλησιαστικές Ακαδημίες προβλέπεται από το άρθρο 4 ότι θα γίνεται κατά το σύστημα εισαγωγής των φοιτητών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Και αμέσως μετά δημιουργείται σοβαρότατος κανόνας παρέκκλισης που δεν προσιδιάζει προς Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα. Η παρέκκλιση προβλέπει εξέταση ενώπιον ειδικής επιτροπής –και ειδικά σε ό,τι αφορά τις ιερατικές σπουδές- και συστατική επιστολή του Επισκόπου.
Κανένας Έλληνας φοιτητής –ή μάλλον για να είμαι ακριβής- κανένας Έλληνας υποψήφιος ο οποίος επιθυμεί να περάσει στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και να εισαχθεί σε ανώτατη σχολή, δεν υπόκειται στον περιορισμό συστατικής επιστολής κάποιου ιδρύματος ή κάποιου φυσικού ή νομικού προσώπου ούτε και υπόκειται στον περιορισμό εξέτασης ενώπιον επιτροπής, παρά μόνο ακολουθούν την εξεταστική διαδικασία που προβλέπουν οι νόμοι του κράτους.
Στην προκειμένη δε περίπτωση –και απορώ πώς η κυρία Υπουργός δεν το είδε- στο άρθρο 4 το Επιστημονικό Συμβούλιο κάνει κομψή, αλλά πάντως πάρα πολύ αυστηρή παρατήρηση. Αναφέρεται στη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας με αφορμή κρίσεις στο Πυροσβεστικό Σώμα και υποδεικνύει ότι πρέπει η Κυβέρνηση να ακολουθήσει τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας που ορίζει ότι πρέπει να υπάρχουν σαφείς, προαποφασισμένοι και γνωστοί κανόνες, οι οποίοι εξασφαλίζουν την αντικειμενικότητα της κρίσεως.
Εσείς όχι μόνο δεν κάνετε αυτό, αλλά εξουσιοδοτείτε τον εαυτό σας να εκδώσετε όποτε νομίζετε, με τον τρόπο που νομίζετε, με τις συνεργασίες που νομίζετε και όπως γενικά σας φωτίσει ο Θεός τον οποίο υπηρετείτε, με υπουργική απόφαση τα κριτήρια της εξετάσεως.
(Στο σημείο αυτό κτυπάει το προειδοποιητικό κουδούνι λήξεως του χρόνου ομιλίας του κυρίου Βουλευτή)
Κυρία Πρόεδρε, θίγονται, όμως, πέραν αυτών και άλλες αρχές που προσιδιάζουν στην ανώτατη εκπαίδευση και προκύπτουν από τις επιταγές του άρθρου 16 του Συντάγματος, όπως το αυτοδιοίκητο. Δεν είναι δυνατόν να υφίσταται θεμελιώδης παρέκκλιση από την έννοια του αυτοδιοικήτου. Διότι, πώς αλλιώς μπορεί να θεωρηθεί ότι ο Πρόεδρος του Ακαδημαϊκού Συμβουλίου επιλέγεται, όχι όπως ο πρόεδρος ενός τμήματος ή άλλη αρχή του πανεπιστημίου, αλλά από το ορισμένο από την Υπουργό Παιδείας επιστημονικό συμβούλιο;
Τέλος δε, πώς είναι δυνατόν να μιλούμε για δημοσίους λειτουργούς –μιλώ για το εκπαιδευτικό προσωπικό των Ανωτάτων Εκκλησιαστικών Ακαδημιών- όταν την ίδια ώρα ορίζεται αποστολή του εκπαιδευτικού προσωπικού των Ανωτάτων Εκκλησιαστικών Ακαδημιών διάφορη της αποστολής των ακαδημαϊκών παραγόντων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
(Στο σημείο αυτό κτυπάει το κουδούνι λήξεως του χρόνου ομιλίας του κυρίου Βουλευτή)
Τελειώνω, κυρία Πρόεδρε.
Θέλω να πω, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ότι δεν μπορεί να ορίζεται ότι είναι δημόσιοι λειτουργοί και την ίδια ώρα να επιβάλλεται στους δημοσίους υπαλλήλους που θα υπηρετούν στις Ανώτατες Εκκλησιαστικές Ακαδημίες η παρακολούθηση των σπουδαστών, ώστε να εξασφαλίζουν τη χριστιανική πίστη και να κοινωνούν τις αρχές της Ορθοδοξίας. Θεμιτό. Αλλά η επιστημονική έρευνα και το ακαδημαϊκό λειτούργημα στην τριτοβάθμια εκπαίδευση δεν επιδέχεται κανέναν περιορισμό. Άρα, δεν μπορεί να είναι δημόσιοι λειτουργοί.
Συνεπώς, κυρία Πρόεδρε, έχουμε μια αντινομία, εσωτερική αντιφατικότητα στις διατάξεις που προτείνει η Κυβέρνηση, αντινομία και αντιφατικότητα που στα άρθρα 4, 9, 7 και 5 συνιστούν ευθεία παραβίαση της συνταγματικής νομιμότητας.
Και μια τελική φράση, κυρία Πρόεδρε. Ήλπιζα ότι η κυρία Υπουργός θα αντιλαμβανόταν πιο σοβαρά τα θέματα της αντισυνταγματικότητας που εγείρει η Αντιπολίτευση, ώστε να μην αισθάνεται την εσωτερική παρόρμηση να μας συγκλονίσει με το ερώτημά της, εάν προτείνουμε την εισαγωγή γυναικών στην Εκκλησία. Θα επέβαλε η θέση σας και υποθέτω η διανόησή σας να αντιλαμβάνεστε περισσότερα πράγματα απ’ ό,τι υποδηλώνει το ερώτημά σας.
(Χειροκροτήματα από την πτέρυγα του ΠΑ.ΣΟ.Κ )
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη - Ψαρούδα): Ευχαριστούμε πολύ τον κ. Καστανίδη.
Το λόγο έχει ο Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας κ. Πολύδωρας.
ΒΥΡΩΝ ΠΟΛΥΔΩΡΑΣ: Κυρία Πρόεδρε, η κρατούσα αντίληψη των ενισταμένων συναδέλφων, απ’ ό,τι εγώ προσέλαβα, είναι ότι υπάρχει περίπου συνταγματικό κενό για τις σχέσεις Εκκλησίας – Πολιτείας. Και επί τη βάσει αυτού του συνταγματικού κενού είπε εμφατικά ο κ. Κωνσταντόπουλος ότι εάν είχαμε την αναθεώρηση ή εάν είχε γίνει την προηγούμενη φορά η τακτοποίηση αυτού του κενού, τότε δεν θα παρίστατο ανάγκη να έχουμε αυτή τη συζήτηση περί αντισυνταγματικότητος των συγκεκριμένων διατάξεων του νομοσχεδίου που συζητούμε.
Θέλω να υπενθυμίσω στο Σώμα, κυρία Πρόεδρε, ότι όχι μόνο δεν υπάρχει συνταγματικό κενό, αλλά υπάρχει συνταγματική τάξη, ρύθμιση, η οποία ισχύει. Άλλο το ζήτημα τι θα γίνει στην αναθεώρηση. Εν παρενθέσει, λέμε ότι δεν τίθεται από πλευράς Κυβέρνησης και κυβερνητικής πλειοψηφίας.
Σας υπενθυμίζω το προοίμιο του Συντάγματος, το οποίο δεν έχει τεθεί τυχαία και από φλύαρη διάθεση του συνταγματικού νομοθέτη. Έρχεται από τα Επαναστατικά Συντάγματα του 1821 και δεν λείπει από κανένα Σύνταγμα η επίκληση «Εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος».
(Χειροκροτήματα από την πτέρυγα της Νέας Δημοκρατίας)
(Θόρυβος, διαμαρτυρίες από την πτέρυγα του ΠΑ.ΣΟ.Κ.)
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη - Ψαρούδα): Παρακαλώ, κύριοι συνάδελφοι, τα σχόλια περιττεύουν.
ΒΥΡΩΝ ΠΟΛΥΔΩΡΑΣ: Δεύτερον, η συνταγματική τάξη εκφράζεται με συμφωνία στο άρθρο 3 του Συντάγματος, όπου τάσσεται η ιεράρχηση και γραμμή προτεραιοτήτων, η οποία εν παρενθέσει, εάν σας ενδιαφέρει, συμπλέει με το 97% του ελληνικού λαού των χριστιανών ορθοδόξων.
(Χειροκροτήματα από την πτέρυγα της Νέας Δημοκρατίας)
Δεν είναι εφεύρημα και επινόηση. Αν θέλετε, κρατήστε τα κάπου εις το περιθώριο της πολιτικής σκέψεώς σας. Λέει ότι «επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού» κ.λπ..
Με βάση αυτούς τους ορισμούς και με το άρθρο 13 για τις άλλες επίσημες αναγνωρισμένες θρησκείες, κύρια Πρόεδρε, αυτό είναι το συνταγματικό υπόβαθρο της νομοθετικής παρεμβάσεως του Υπουργείου Παιδείας για την αναβάθμιση των Εκκλησιαστικών Σχολών. Μια διαπίστωση υπάρχει, ότι οι καιροί κυλούν γρήγορα, οι εξελίξεις προκαλούν νέες δυναμικές -όχι στα δογματικά ζητήματα, τα οποία μπορεί κάποιος να ενστερνιστεί από έναν αββά της Θηβαΐδος Χώρας, δηλαδή της Άνω Αιγύπτου της εποχής του ασκητισμού και του μοναχισμού- και ότι η κοινωνία απαιτεί –και αυτή είναι η κινητήρια διαπίστωση– οι ιερείς ή το εκκλησιαστικό προσωπικό να είναι ακαδημαϊκής ανωτάτης βαθμίδος, να έχουν παιδεία.
(Θόρυβος από την πτέρυγα του ΠΑ.ΣΟ.Κ.)
Αυτό είναι η πρόκληση, αυτό είναι η απαίτηση και χαίρομαι που κατανεύετε σε αυτό.
Η πολιτεία με ρεαλισμό και με όνειρο, με σεβασμό προς το χριστεπώνυμον πλήρωμα που θέλει να έχει πεπαιδευμένους…
(Θόρυβος από την πτέρυγα του ΠΑ.ΣΟ.Κ.)
ΧΡΥΣΑ ΑΡΑΠΟΓΛΟΥ: Φθάνει, φθάνει.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη - Ψαρούδα): Παρακαλώ, κύριοι συνάδελφοι.
ΒΥΡΩΝ ΠΟΛΥΔΩΡΑΣ: Μη σας ενοχλεί τίποτα.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη-Ψαρούδα): Κύριε Πολύδωρα, να απευθύνεσθε σε μένα.
ΒΥΡΩΝ ΠΟΛΥΔΩΡΑΣ: Δεν ευδοκιμείτε με ψευδοαθεϊστικές κορώνες. Προσαρμοστείτε προς το πλήρωμα της Εκκλησίας, το οποίο σας εκλέγει.
(Θόρυβος από την πτέρυγα του ΠΑ.ΣΟ.Κ.)
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη - Ψαρούδα): Κύριε Πολύδωρα, σας παρακαλώ να απευθύνεσθε προς το Προεδρείο.
ΒΥΡΩΝ ΠΟΛΥΔΩΡΑΣ: Δεν έχει νόημα, κυρία Πρόεδρε.
ΑΝΝΑ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ: Ο λαός μας εκλέγει.
ΒΥΡΩΝ ΠΟΛΥΔΩΡΑΣ: Ο λαός δεν είναι αφυδατωμένος ιδεολογικά και πνευματικά. Έχει ερείσματα.
(Χειροκροτήματα από την πτέρυγα της Νέας Δημοκρατίας)
ΑΝΝΑ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ: Η θρησκεία δεν είναι ιδεολογία.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη-Ψαρούδα): Ολοκληρώστε, κύριε Πολύδωρα. Ο χρόνος συνεπληρώθη.
ΒΥΡΩΝ ΠΟΛΥΔΩΡΑΣ: Έλεγα, κυρία Πρόεδρε, περί της συνταγματικότητος ότι οι διατάξεις του νομοσχεδίου δεν θίγουν ούτε το αυτοδιοίκητον των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων ούτε την ισότητα των πολιτών ούτε διάκριση τινά εισάγουν. Απόδειξη δε είναι η ίδια η έκθεση της Επιστημονικής Επιτροπής, η οποία δεν θίγει τίποτα. Ένα σημείο, το οποίο έφυγε και αφορά το άρθρο 12 εν σχέσει προς το περιεχόμενο και τη συμπεριφορά του διδακτικού προσωπικού σε αυτές τις σχολές, δεν παύεται, επειδή προσβάλλει τη χριστιανική ορθόδοξη πίστη και ήθος, αλλά διαγράφεται και αντικαθίσταται με την πρόταση «επιδεικνύει διαγωγή που αντίκειται στην αποστολή των Ανώτατων Εκκλησιαστικών Ιδρυμάτων».
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη-Ψαρούδα): Ολοκληρώστε, κύριε Πολύδωρα.
ΒΥΡΩΝ ΠΟΛΥΔΩΡΑΣ: Τελειώνω, κυρία Πρόεδρε.
Όποιος υπαινιγμός διετυπώθη από την Επιστημονική Επιτροπή εθεραπεύθη από τη νέα διατύπωση του άρθρου. Συμπέρασμα: Συνταγματικότατος ο νόμος όχι από την απλή τυπική πλευρά της αντισυνταγματικότητας, αλλά και από την ουσιαστική πλευρά, γιατί το Σύνταγμα σε τελευταία ανάλυση είναι η έκφραση των επιταγών, τα προτάγματα -ιδεολογικά, πολιτικά, διοικητικά, ηθικά- αυτού του λαού και αυτής της ιστορίας. Έτσι, ζητώ να εκτιμηθεί το νομοσχέδιο ως απόλυτα συνταγματικό.
Ευχαριστώ.
(Χειροκροτήματα από την πτέρυγα της Νέας Δημοκρατίας)
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη - Ψαρούδα): Ευχαριστούμε πολύ τον κ. Πολύδωρα.
Κυρία Υπουργέ, αν θέλετε να απαντήσετε στον κ. Καστανίδη, γιατί σας έθεσε κάποιο θέμα, ορίστε, έχετε το λόγο.
ΜΑΡΙΕΤΤΑ ΓΙΑΝΝΑΚΟΥ (Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων): Ναι, σας ευχαριστώ, κυρία Πρόεδρε, θα ήθελα να απαντήσω στον κ. Καστανίδη σε σχέση με ένα θέμα ουσίας που έθεσε.
Το Υπουργείο Παιδείας έφερε το νομοσχέδιο αυτό στη Nομοπαρασκευαστική Επιτροπή της Βουλής και εν συνεχεία εδέχθη τις παρατηρήσεις της Επιστημονικής Επιτροπής. Και για να μιλήσουμε επί της ουσίας, δεν θα σχολιάσω το γεγονός ότι όλοι γνωρίζουμε πως μπαίνουν σήμερα στις Ανώτερες Εκκλησιαστικές Σχολές και ποια κατάσταση επικρατεί. Ούτε το γεγονός ότι οι Θεολογικές Σχολές δεν δίνουν επαρκή αριθμό ιερέων που να είναι κάποιου επιπέδου.
Προκύπτει, λοιπόν, η ανάγκη που υπάρχει και διεθνώς.
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΑΣΤΑΝΙΔΗΣ: Συνταγματικό θέμα συζητάμε.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη - Ψαρούδα): Επί της συνταγματικότητας, κυρία Υπουργέ, σας παρακαλώ.
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΑΣΤΑΝΙΔΗΣ: Επί της ουσίας θα τα συζητήσουμε μετά.
ΜΑΡΙΕΤΤΑ ΓΙΑΝΝΑΚΟΥ (Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων): Γιατί διακόπτετε κύριε συνάδελφε;
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΑΣΤΑΝΙΔΗΣ: Διότι συζητάμε ένσταση για θέμα συνταγματικότητας.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη - Ψαρούδα): Κυρία Υπουργέ, ακούστε εμένα σας παρακαλώ. Μιλήστε επί της συνταγματικότητας, όχι επί της σκοπιμότητας του νομοσχεδίου.
ΜΑΡΙΕΤΤΑ ΓΙΑΝΝΑΚΟΥ (Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων): Ο κ . Καστανίδης, έθεσε και θέμα κοινοτικό. Μίλησε για Κοινοτικό Δίκαιο.
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΑΣΤΑΝΙΔΗΣ: Δεν ακούσατε καλά μάλλον.
ΜΑΡΙΕΤΤΑ ΓΙΑΝΝΑΚΟΥ (Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων): ΄Ακουσα πάρα πολύ καλά.
Και θέλω να σας πω ότι υπ’ αυτήν την έννοια οι πέντε ανώτατες ακαδημίες και σχολές που υπάρχουν στο χώρο της Ευρώπης, θα έπρεπε να έχουν κλείσει από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ανήκουν στο Πατριαρχείο.
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΑΣΤΑΝΙΔΗΣ: Ποιος σας έθεσε τέτοιο θέμα; Δεν ακούσατε καλά. Λέτε άλλα αντί άλλων.
ΜΑΡΙΕΤΤΑ ΓΙΑΝΝΑΚΟΥ (Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων): Περιμένετε να ολοκληρώσω.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη - Ψαρούδα): Κυρία Υπουργέ, ολοκληρώστε παρακαλώ.
ΜΑΡΙΕΤΤΑ ΓΙΑΝΝΑΚΟΥ (Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων): Σας ξεκαθαρίζω, λοιπόν, ότι ως προς το θέμα της επιστολής, το οποίο θέσατε.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη - Ψαρούδα): Όχι, κυρία Υπουργέ, αυτό δεν είναι θέμα συνταγματικότητας. Αυτό είναι θέμα στο οποίο θα απαντήσει ο Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος.
ΜΑΡΙΕΤΤΑ ΓΙΑΝΝΑΚΟΥ (Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων): Έθεσε ήδη θέμα ο κ. Καστανίδης, όμως, υπό την έννοια της ισότητας για τα δύο φύλα που αφορά μόνο στις ιερατικές σπουδές, καθώς και….
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΑΣΤΑΝΙΔΗΣ: Μα, τι λέτε τώρα, εσείς το θίξατε.
ΜΑΡΙΕΤΤΑ ΓΙΑΝΝΑΚΟΥ (Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων): Κύριε Καστανίδη, σας παρακαλώ.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη - Ψαρούδα): Κυρία Υπουργέ, δεν ετέθη θέμα….
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΑΣΤΑΝΙΔΗΣ: Λέτε πράγματα που δεν έχουμε πει, σε σημείο να κάνουμε το σταυρό μας.
ΜΑΡΙΕΤΤΑ ΓΙΑΝΝΑΚΟΥ (Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων): Κύριε Καστανίδη, εγώ εδώ είμαι ελέω λαού και όχι ελέω Θεού, όπως ισχυρίζεστε. Αυτά να τα αφήσετε σας παρακαλώ πολύ και να σέβεστε τους συναδέλφους σας.
Επαναλαμβάνω, θέσατε θέμα αλαζονείας και όλα τα υπόλοιπα για την επιστολή. Οι συνάδελφοί σας, όμως και ο κ. Λοβέρδος λησμόνησαν να σας πουν ότι οι κανόνες οι οποίοι τίθενται για την επιστολή και τη συνέντευξη έχουν συζητηθεί στην επιτροπή και προσωπικώς έδωσα το λόγο μου ότι πριν γίνει υπουργική απόφαση, με κριτήρια για όλα, αυτό θα έρθει στην επιτροπή για να το αποφασίσει αυτή. Αυτό λησμόνησαν να σας το πουν.
Επειδή, λοιπόν, το θέμα συνταγματικότητας που θέσατε είναι πολιτικό υπό την έννοια που το αντιλαμβάνεστε εσείς, διότι θέμα συνταγματικό δεν υπάρχει πουθενά, ούτε από την Επιστημονική Επιτροπή της Βουλής, ούτε από τη Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή, σας απαντώ και εγώ πολιτικά κύριε συνάδελφε, ελέω λαού και όχι ελέω Θεού. Δεν ξέρω εσείς τι κάνετε ελέω Θεού.
(Χειροκροτήματα από την πτέρυγα της Νέας Δημοκρατίας)
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη - Ψαρούδα): Ευχαριστούμε πολύ την κυρία Υπουργό.
ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ (Υπουργός Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης): Κυρία Πρόεδρε, το λόγο παρακαλώ.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη - Ψαρούδα): Κύριε Υπουργέ, δικαιούστε να λάβετε το λόγο, αλλά σας παρακαλώ πρέπει να κλείσει η συζήτηση αυτή.
ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΕΣ (Από την πτέρυγα του ΠΑ.ΣΟ.Κ.): Έλεος, έλεος!
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη - Ψαρούδα): Σας παρακαλώ, σας παρακαλώ κύριοι συνάδελφοι. Διαβάστε το άρθρο 100 και θα καταλάβετε γιατί μπορεί να πάρει το λόγο ο κύριος Υπουργός.
(Θόρυβος – διαμαρτυρίες στην Αίθουσα)
ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ (Υπουργός Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης): Δυο λεπτά, παρακαλώ. Κύριοι συνάδελφοι, πρόκειται για μια συζήτηση που νομίζω ότι από τη στιγμή που ηγέρθη το ζήτημα της συνταγματικότητας, εσείς οι ίδιοι που το εγείρατε, τη θεωρείτε σοβαρή. Και νομίζω ότι είναι.
Επιτρέψτε μου, λοιπόν, στα δύο αυτά λεπτά τα πω τα εξής: Διότι όχι μόνο δεν τίθεται θέμα συνταγματικότητας, αλλά….
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΚΛΑΜΑΝΗΣ: Δεν μιλούν όλοι οι Υπουργοί, ένας Υπουργός παίρνει το λόγο, η παρακαθήμενή σας.
ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ (Υπουργός Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης): Ζητώ το λόγο κατ’ οικονομία, αν το θεωρείτε έτσι…
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη - Ψαρούδα): Όχι, όχι, δεν υπάρχει. Το άρθρο λέει το λόγο λαμβάνουν οι Υπουργοί επί πέντε λεπτά.
ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ (Υπουργός Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης): Για να μην μακρηγορώ, εξηγώ αμέσως γιατί δεν υπάρχει θέμα συνταγματικότητας.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΚΛΑΜΑΝΗΣ: «Οι αρμόδιοι», κυρία Πρόεδρε.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη - Ψαρούδα): Αν το ήθελε, κύριε Πρόεδρε, θα έλεγε: «Ο αρμόδιος Υπουργός». Όταν λέει: «Οι Υπουργοί», είναι οι Υπουργοί.
ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ (Υπουργός Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης): Θα είχα ήδη τελειώσει, κυρία Πρόεδρε.
Για όσους συναδέλφους σ’ αυτήν την Αίθουσα θεωρούν ότι θα υπήρχε θέμα χωρισμού Εκκλησίας και πολιτείας και θεωρούν επίσης ότι αυτό το σχέδιο νόμου προκύπτει, ως προς τα προβλήματα που κατά τη γνώμη τους δημιουργεί, επειδή δεν υπάρχει αυτός ο χωρισμός, θα τους έλεγα το εξής: Εάν το διαβάσουν προσεκτικά, αυτό το νομοσχέδιο το αντίθετο κάνει. Παρέχει στην Εκκλησία τη δυνατότητα να ρυθμίζει τα του οίκου της αυτοτελώς και αυτοδυνάμως, χωρίς παρέμβαση. Γιατί, στην πραγματικότητα, τι λέει; Έχει πρόβλημα κληρικών η Εκκλησία; Ναι. Της δίνει τη δυνατότητα να δημιουργεί αυτοδυνάμως κληρικούς οι οποίοι είναι μορφωμένοι. Άρα, στο αυτοδιοίκητο της Εκκλησίας αποβλέπει.
Δεύτερον, δεν δημιουργεί Α.Ε.Ι.. Και αποτελεί πραγματικά πλήρη παρανόηση του περιεχομένου του σχεδίου νόμου η άποψη ότι πρόκειται περί ιδρυμάτων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Επειδή αναφέρει το σχέδιο νόμου –και είναι το μόνο- ότι είναι ισότιμα τα πτυχία με εκείνα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης; Μα αυτό το λέει για ένα και μόνο λόγο: Όχι για να εξομοιώσει τα ιδρύματα αυτά, αλλά για να πει ότι εντός της Εκκλησίας εκείνοι οι οποίοι θα έχουν αυτήν τη μόρφωση, θα την έχουν στο επίπεδο που πρέπει. Αν, κύριοι συνάδελφοι, ήταν ισότιμα Α.Ε.Ι., κατά τη γνώμη σας, τότε θα είχαμε δυο αντισυνταγματικές διατάξεις σε αυτό το νομοσχέδιο. Εκείνη που λέει ότι δεν επιτρέπεται να γίνουν οι απόφοιτοι μέλη της δευτεροβάθμιας ή της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Γιατί, βεβαίως, πώς θα τους το απαγόρευε αφού είναι ισότιμα τα ιδρύματα; Και κάτι άλλο. Θα ήταν αντισυνταγματική η ρύθμιση που λέει ότι αποκλειστικώς χρησιμοποιούνται οι απόφοιτοι για το Νομικό Πρόσωπο της Εκκλησίας της Ελλάδος. Αν ήταν έτσι που τα λέγατε. Επειδή δεν είναι έτσι, δεν είναι και αυτές οι διατάξεις αντισυνταγματικές.
Δεν είναι, λοιπόν, ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Απλώς, είναι ισότιμα τα πτυχία τους για τις ανάγκες της Εκκλησίας της Ελλάδος, το αυτοδιοίκητό της και τους λειτουργούς της. Αυτή είναι η αλήθεια: Διάταξη αυτονόητη που συμβάλλει στο να κάνει η πολιτεία τη δουλειά της και η Εκκλησία τη δική της. Όπως, άλλωστε, πρέπει να είναι γιατί ποτέ δεν πρέπει να ανακατεύεται ούτε η πολιτεία στα της εκκλησίας ούτε η Εκκλησία στα της πολιτείας.
Ευχαριστώ πολύ.
(Χειροκροτήματα από την πτέρυγα της Νέας Δημοκρατίας)
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη- Ψαρούδα): Ευχαριστώ πολύ, κύριε Υπουργέ.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ολοκληρώθηκε η συζήτηση κατά το άρθρο 100, παράγραφος 2 του Κανονισμού της Βουλής για την αντισυνταγματικότητα του νομοσχεδίου και παρακαλώ οι δεχόμενοι ότι το νομοσχέδιο δεν είναι σύμφωνο με το Σύνταγμα να εγερθούν.
(Εγείρονται οι αποδεχόμενοι την πρόταση)
Είναι προφανές ότι δεν ηγέρθη ο απαιτούμενος αριθμός Βουλευτών από το Σύνταγμα και τον Κανονισμό της Βουλής και συνεπώς η ένσταση αντισυνταγματικότητας απορρίπτεται.
Ο κ. Ιωαννίδης έχει το λόγο.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΚΛΑΜΑΝΗΣ: Έπρεπε να σηκωθούν και αυτοί που συμφωνούν ότι το κρέας είναι ψάρι.
(Θόρυβος στην Αίθουσα από εξερχόμενους βουλευτές)
ΙΩΑΝΝΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ: Όσοι τελειώσατε την αποστολή σας μπορείτε να βγαίνετε για να συνεχίσουμε τη δουλειά μας εμείς.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Άννα Μπενάκη- Ψαρούδα): Αρχίστε, κύριε Ιωαννίδη, γιατί αλλιώς δεν θα υπάρξει ησυχία. Αρχίστε παρακαλώ.
ΙΩΑΝΝΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, εύχομαι καλή χρονιά με υγεία σε όλους.
Από τη συζήτηση που έγινε προηγουμένως, περί συνταγματικότητας ή όχι, αυτά που ακούστηκαν σε αυτούς που παρακολουθούν το κανάλι της Βουλής είναι δυο βασικά πράγματα.
Το άρθρο 3 του Συντάγματος το οποίο λέει για τη σχέση εκκλησίας-πολιτείας. Γιατί την καραμέλα ότι υπάρχουν κενά την ακούμε κάθε μέρα από τις εφημερίδες και τα μέσα ενημέρωσης. Και το άρθρο 1, παράγραφος 2, λέει ότι το θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία. Αν καταλάβετε ότι αυτό που θέλει ο λαός πρέπει να το σεβόμαστε, τότε θα είχαμε μια διαφορετική πατρίδα.
Το σχέδιο νόμου που συζητάμε σήμερα έρχεται να αντιμετωπίσει τη δομή και την λειτουργία των σχολικών μονάδων της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης και να εναρμονίσει την λειτουργία τους με τις αντίστοιχες της δημόσιας εκπαίδευσης.
Δημιουργούνται θεσμικά όλες οι προϋποθέσεις. Ρυθμίζονται λεπτομερώς όλα τα θέματα της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης σε όλες της τις βαθμίδες ώστε να παρασχεθεί στη ορθόδοξη εκκλησία στην Ελλάδα το κατάλληλο νομοθετικό πλαίσιο για την ανάδειξη και κατάρτιση των κληρικών και λαϊκών στελεχών της.
(Στο σημείο αυτό την Προεδρική Έδρα καταλαμβάνει ο Α΄ Αντιπρόεδρος της Βουλής, κ. ΣΩΤΗΡΗΣ ΧΑΤΖΗΓΑΚΗΣ)
Είναι ενδεικτικό ότι σήμερα η πτυχιούχοι των ανώτερων εκκλησιαστικών σχολών σε ποσοστό που προσεγγίζει το 70% στελεχώνουν την εκκλησία ως κληρικοί. Αντιστοίχως, είναι γνωστό ότι ελάχιστοι από τους πτυχιούχους των θεολογικών σχολών επανδρώνουν την εκκλησία ως κληρικοί.
Με το προτεινόμενο σχέδιο νόμου αναβαθμίζονται οι ανώτερες εκκλησιαστικές σχολές σε παραγωγικές ανώτατες εκκλησιαστικές ακαδημίες που θα παράγουν στελέχη για την ορθόδοξη εκκλησία στην Ελλάδα κατά το πρότυπο των Ανώτατων Στρατιωτικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων.
Πρόκειται με άλλα λόγια για παραγωγικές σχολές της ορθόδοξης εκκλησίας καθώς οι απόφοιτοί τους θα απορροφηθούν μόνο από την ορθόδοξη εκκλησία. Αυτές οι ανώτατες εκκλησιαστικές ακαδημίες δεν καθίστανται πανεπιστήμια. Εάν το καταλαβαίνατε αυτό το οποίο είναι ξεκάθαρο, δεν θα είχαμε όλη την προηγούμενη συζήτηση.
Έχει ή δεν έχει το δικαίωμα η Εκκλησία να ζητά να παρέχεται υψηλού επιπέδου εκπαίδευση σε εκείνους που θα θελήσουν να την υπηρετήσουν; Έχει ή δεν έχει το δικαίωμα η Εκκλησία να κρίνει ποια είναι η αναγκαία εκπαίδευση που πρέπει να λάβουν αυτοί που θα στελεχώσουν αύριο τον κλήρο της εκκλησίας και τις διοικητικές της υπηρεσίες;
Η συστατική επιστολή από τον επιχώριο επίσκοπο για την εισαγωγή στο πρόγραμμα ιερατικών σπουδών, για την οποία έγινε τόσος θόρυβος, ισχύει και σήμερα. Αξίζει να σημειωθεί ότι τόσο η συγκρότηση της επιτροπής, που συνεκτιμά τη συστατική επιστολή και κάνει την προφορική συνέντευξη, όσο και το περιεχόμενο της συστατικής επιστολής, τα κριτήρια και ο τρόπος βαθμολόγησης της προφορικής συνέντευξης, ρυθμίζονται με απόφαση του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.
Με τη μετεξέλιξη των ανώτερων εκκλησιαστικών σχολείων σε παραγωγικές ανώτατες εκκλησιαστικές ακαδημίες, δίνεται έμφαση στην προαγωγή της θεωρητικής κατάρτισης των φοιτητών, στην ποιοτική βελτίωση του διδακτικού προσωπικού, καθώς και στη δυνατότητα συμμετοχής του στην έρευνα και τα προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών.
Δίνεται επίσης έμφαση στη δυνατότητα ένταξης των μελών του διδακτικού προσωπικού, που έχουν τα απαιτούμενα προσόντα, στις νέες βαθμίδες διδακτικού προσωπικού με διαδικασίες διαφανείς και αξιοκρατικές.
Μία ακόμα καινοτομία του νομοσχεδίου που συζητάμε, είναι η θεσμοθέτηση των ιερατικών σχολείων δεύτερης ευκαιρίας, τα οποία και θα αντικαταστήσουν τα μέσα εκκλησιαστικά φροντιστήρια με σκοπό την κατάρτιση κληρικών ή υποψήφιων κληρικών. Ο χρόνος φοίτησης μειώνεται από τρία έτη, που ήταν στα μέσα εκκλησιαστικά φροντιστήρια, στα δύο που είναι στα ιερατικά σχολεία δεύτερης ευκαιρίας.
Με τη ρύθμιση αυτή εντάσσεται και η εκκλησιαστική εκπαίδευση στο ευρύτερο σύστημα της διά βίου μάθησης, καθώς παρέχεται η δυνατότητα σε όσους επιθυμούν και ανεξάρτητα από την ηλικία, να αποκτήσουν γνώσεις καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους και να ενταχθούν έτσι στο ανθρώπινο δυναμικό της εκκλησίας.
Τέλος, άλλη μια καινοτομία του υπό συζήτηση νομοσχεδίου είναι η κατάργηση της τέταρτης τάξης των ενιαίων εκκλησιαστικών λυκείων και η δημιουργία μονοετών εκκλησιαστικών ινστιτούτων επαγγελματικής κατάρτισης.
Στους αποφοίτους των εκκλησιαστικών λυκείων παρέχονται επαγγελματικά δικαιώματα ισότιμα με αυτά που ισχύουν για όλες τις κατηγορίες αποφοίτων των ινστιτούτων επαγγελματικής κατάρτισης. Και για μένα το πιο βασικό του νομοσχεδίου είναι τα εκκλησιαστικά λύκεια.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η ανάγκη για την αναθεώρηση του θεσμικού πλαισίου που διέπει τα θέματα της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης στο σύνολό τους, είχε διαπιστωθεί εδώ και πολλά χρόνια. Και συγχαρητήρια στην κυρία Υπουργό, αλλά και στην Κυβέρνηση, η οποία έφερε αυτό το νομοσχέδιο, το οποίο έπρεπε να είχε έρθει εδώ και πολλά χρόνια. Γι’ αυτό το λόγο πρέπει να παραμερίσετε όλα αυτά τα οποία λέγατε προηγουμένως και να το ψηφίσουμε όλοι.
Σας ευχαριστώ.
(Χειροκροτήματα από την πτέρυγα της Νέας Δημοκρατίας)
ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Σωτήρης Χατζηγάκης): Το λόγο έχει ο συνάδελφος κ. Κοσμίδης.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΚΟΣΜΙΔΗΣ: Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, στην Ελλάδα η ορθόδοξη εκκλησία επικρατεί κατά κράτος. Ωστόσο η ίδια η εκκλησία διακρίνεται για την ανασφάλεια, τη φοβικότητά της, φαντάζομαι όχι για την αυθεντία των δογμάτων της, αλλά για τη διάρκεια και το εύρος της κυριαρχίας της. Γι’ αυτό και η επιβεβαίωση του «κράτους» της στο Σύνταγμα.
Η ορθόδοξη πίστη είναι επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα. Η δεσπόζουσα θέση της στις καρδιές των περισσότερων Ελλήνων περιβάλλεται το μανδύα ενός οιονεί πολιτειακού θεσμού, ο οποίος υποκαθιστά την εθελοντική συμμετοχή σε μια κοινότητα πιστών ιδίου δόγματος. Έτσι θωρακίζεται και προστατεύεται θεσμικά απέναντι στον ανταγωνισμό άλλων θρησκειών και δογμάτων. Δίνει μάχη, όχι ή όχι μόνο για την ορθοδοξία αλλά και για τη διατήρηση και διεύρυνση των κεκτημένων.
Έτι περαιτέρω, η εκκλησία μας θεωρεί ότι δικαιούται και νομιμοποιείται να παρεμβαίνει στις πολιτικές των κυβερνήσεων ως εκφραστής του έθνους, καταχρώμενη της δεσπόζουσας θέσης της.
Ολίγα κραυγαλέα παραδείγματα: Η σύγκρουση για τις ταυτότητες, θεσμική και διδακτική, διόλου πεισματική. Ή, οι κατά καιρούς πολεμοχαρείς κραυγές, όπου βέβαια αγνοείται ότι και οι αντίπαλοι θα μάχονται υπέρ του δικού τους θεού και τελικά τη νίκη δεν θα τη δώσει κάποιος θεός, αλλά η υπέρτερη ισχύς των όπλων. Ή, ο χαρακτηρισμός «άθεος ευρωλιγούρης» για τον τέως Πρωθυπουργό της χώρας και «διοκλητιανοί» για όσους θεωρούν αναγκαίο το χωρισμό κράτους και εκκλησίας. Και βέβαια, δε γνωρίζω με ποιο δικαίωμα ιεράρχης θεωρεί αμάρτημα την ομοφιλοφιλία.
Δεν έχω κανένα πρόβλημα με την εκκλησία που προσπαθεί να διαδώσει την Αγία Γραφή, να παρηγορήσει, να φιλανθρωπήσει. Έχω όμως μεγάλο πρόβλημα με την ανάμειξη της εκκλησίας στα κοσμικά.
Δεν υποστηρίζω άθεη πολιτεία, αλλά πολιτεία στους κόλπους της οποίας μπορεί να αναπτύσσεται η θρησκευτική συνείδηση ανεξίθρησκα. Υποστηρίζοντας τα παραπάνω, υπερασπίζομαι τα αυτονόητα, χωρίς διχαστική στοίχιση.
Οι Απόστολοι, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, αγωνίστηκαν για την εξάπλωση της πίστης και όχι για τη δημιουργία νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, επιχορηγούμενων από το κράτος.
Όσα προανέφερα συνδέονται με το συζητούμενο νομοσχέδιο, το οποίο σπεύδει να εδραιώσει μία ακόμη δομή, να προσθέσει μία ακόμη κρατική κολώνα στο οικοδόμημα της εκκλησίας, τη στιγμή που είναι ώριμες πια οι συνθήκες για δύο εξελίξεις στο ορατό μέλλον, δηλαδή ο χωρισμός εκκλησίας και κράτους, που θα είναι πιστεύω λυτρωτικός για την εκκλησία, και η δυνατότητα ίδρυσης μη κρατικών, μη κερδοσκοπικών ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων.
Κανείς δεν έχει αντίρρηση στη διασφάλιση υψηλότερου μορφωτικού επιπέδου για τους κληρικούς. Αυτό όμως είναι θέμα εσωτερικού ενδιαφέροντος της εκκλησίας ως ένωσης πιστών και όχι του κράτους. Τίποτε ως τώρα δεν εμπόδιζε την εκκλησία να φροντίζει για τη ζητούμενη βελτίωση του επιπέδου αυτού. Είμαι θετικός στη βελτίωση αυτή με ευθύνη της ίδιας της εκκλησίας. Είμαι αντίθετος στην ιδέα του άρρενος νέου που θα εισέρχεται σε ανώτατη σχολή μη αυτοδιοικούμενη, με σύστημα έξω από το σύνηθες για τις άλλες σχολές και θα εισπράττει πτυχίο ισότιμο με το χορηγούμενο από αυτές.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, διάβασα τα Πρακτικά της Επιτροπής της Βουλής που συζήτησε το νομοσχέδιο. Διέκρινα ότι η Υπουργός, με έμφαση και σε αρκετά σημεία, ομίλησε για νομοσχέδιο που δήθεν της παραδόθηκε έτοιμο από την προηγούμενη κυβέρνηση και το οποίο, αφού βελτιώθηκε, κατέθεσε για ψήφιση.
Ως γενικός γραμματέας της κυβέρνησης στην οκταετία Σημίτη, υπεύθυνος για το νομοθετικό έργο της κυβέρνησης και τη λειτουργία των κυβερνητικών οργάνων, επιθυμώ, εξ ιδίας αντιλήψεως να γνωστοποιήσω στο Σώμα ότι τα σχέδια που συνέταξαν διάφορες επιτροπές στην κατεύθυνση ίδρυσης ανωτάτων ιδρυμάτων εκκλησιαστικών, ουδέποτε προωθήθηκαν σε κυβερνητικό όργανο, Υπουργικό Συμβούλιο ή Κυβερνητική Επιτροπή, για συζήτηση και τυχόν υιοθέτηση, για τον απλούστατο λόγο ότι ουδέποτε εγκρίθηκε η ιδέα. Επομένως δεν υπήρξε ποτέ σχέδιο νόμου της Κυβέρνησης που να παραδόθηκε στην Υπουργό για να το ψηφίσει, επειδή τάχα εκείνη δεν πρόλαβε.
Το νομοσχέδιο είναι ένα προικοσύμφωνο μεταξύ Κυβέρνησης και εκκλησίας για τέσσερα Α.Ε.Ι. της τελευταίας, που θα γίνουν περισσότερα, αφού κάθε ιεράρχης με τη συνδρομή τοπικών παραγόντων, πολιτικών και άλλων, θα ζητά την ίδρυση και στη δική του ποιμαντική περιφέρεια, ίδιας σχολής. Είναι μια προίκα που θα πληρώσουν ακόμη και άθεοι ή μη Χριστιανοί Ορθόδοξοι Έλληνες πολίτες στο όνομα της επικρατούσας θρησκείας.
Το συζητούμενο νομοσχέδιο είναι μία ακόμα απόδειξη της συνέπειας της Κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας προς ομάδες προσώπων ή φορείς που την συνέδραμαν στις εκλογές. Μετά από την αμνήστευση των εκδοτών πλαστών και εικονικών τιμολογίων, τον επαναπατρισμό κεφαλαίων που κτήθηκαν και εξήχθησαν με παράνομο τρόπο εκτός Ελλάδας, την καθιέρωση της συνέντευξης στις προσλήψεις και τη δημιουργία νέας γενιάς συμβασιούχων για την υποβοήθηση των δικών της παιδιών, το σάρωμα της Δημόσιας Διοίκησης στο επίπεδο των στελεχών, η Κυβέρνηση εξοφλεί μεταχρονολογημένες επιταγές στην ηγεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος. Μόνο τους αγροφύλακες καθυστερεί. Και αυτό το κάνει η Κυβέρνηση ενδιαφερόμενη μόνο για την αξιοποίηση της επιρροής της Εκκλησίας σε μέρος του εκλογικού σώματος και αδιαφορώντας για την αναχρονιστική, παρεμβατική και μισαλλόδοξη παρέμβασή της.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, θα κλείσω με το εξής. Ανήκω στην κατηγορία των πολιτών που πιστεύουν, αλλά ερευνούν και παρακολουθώ τις εξελίξεις στην επιστημονική αναζήτηση της πηγής της ζωής. Ξέρετε, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα σε μετρήσιμο χρόνο η επιστήμη να αποδείξει προέλευση της ζωής διαφορετική εκείνης την ιερών κειμένων. Αυτό δεν θα αναιρέσει την πίστη στο Θεό, που πάντοτε θα είναι η αρχή της αρχής, η πηγή της πηγής και αυτό, γιατί «είναι ψυχολογικά δύσκολο να αντεπεξέλθουμε στην ζωή χωρίς την δικαιολογία και την ελπίδα που μας παρέχει η θρησκεία», όπως γράφει ο Ουμπέρτο Έκο.
( Χειροκροτήματα από την πτέρυγα του ΠΑ.ΣΟ.Κ. )
ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Σωτήρης Χατζηγάκης): Ευχαριστώ πολύ, κύριε Κοσμίδη.
Το λόγο έχει ο κ. Μάνος.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΜΑΝΟΣ: Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, καλή χρονιά!
Η Βουλή σε λίγους μήνες θα ασχοληθεί με την αναθεώρηση του Συντάγματος και θα συζητήσει πρόταση νόμου που προέρχεται από την Αντιπολίτευση για την ρύθμιση σχέσεων πολιτείας και Εκκλησίας. Εν όψει αυτών των δύο κρισίμων και γενικών συζητήσεων φαντάζει τουλάχιστον βεβιασμένη η κυβερνητική πρόταση αναθεώρησης του πλαισίου της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης, γιατί, είτε το θέλει είτε όχι η Κυβέρνηση, το θέμα των σχέσεων πολιτείας και Εκκλησίας θα αποτελέσει αντικείμενο ευρείας συζήτησης, επειδή το θέλει, με παραλλαγές βέβαια, όλη η Αντιπολίτευση και ικανός αριθμός κυβερνητικών Βουλευτών. Το αποτέλεσμα αυτής της συζήτησης μπορεί να είναι τέτοιο που να ανατρέπει το σύνολο των διατάξεων του νομοσχεδίου.
Και το ερώτημά μου είναι: Δεν έφτανε στην Κυβέρνηση η χλεύη που συνόδευσε το νόμο για το «Βασικό Μέτοχο»; Φιλοδοξεί τώρα να έχει την ίδια τύχη και ένα νομοσχέδιο για τις εκκλησιαστικές σχολές; Δεν της έφτανε ο «Βασικός Μέτοχος»; Δεν της έφταναν οι διαβεβαιώσεις του κ. Παυλόπουλου, που τις επανέλαβε σήμερα; Πρέπει ξανά να γίνει το ίδιο;
Παραδόξως το Υπουργείο Παιδείας από το πλήθος των εκκρεμών προβλημάτων στο χώρο της παιδείας επέλεξε να ασχοληθεί κατά προτεραιότητα με το πλέον ασήμαντο, το εκκλησιαστικό αίτημά της ανωτατοποίησης των ιερατικών σχολών. Η αντιμετώπιση όλων των άλλων κρισίμων θεμάτων της παιδείας έχει εμπλακεί σ’ έναν ατέρμoνο διάλογο, που μόνο στόχο φαίνεται να έχει την αποφυγή της ευθύνης που συνοδεύει την όποια απόφαση. Συζητούν αενάως, για να μην παρθεί απόφαση.
Ειπώθηκε ότι η προηγούμένη κυβέρνηση –μίλησε γι’ αυτό και ο κ. Κοσμίδης πριν- μελετούσε ανάλογο νομοθέτημα. Είναι αλήθεια ότι γινόταν αυτή η μελέτη. Είναι όμως επίσης αλήθεια ότι ο τέως Πρωθυπουργός κ. Σημίτης ορθώς, ορθότατα δεν επέτρεψε την προώθησή του.
Η χαρακτηριστικότερη της σημασίας του νομοσχεδίου πρόβλεψη είναι η παράγραφος 1 του άρθρου 3. Εκεί ορίζεται ότι οι ανώτατες εκκλησιαστικές σχολές είναι τέσσερις. Μετονομάζονται σε Ανώτατες Εκκλησιαστικές Ακαδημίες και παρέχουν πτυχία ισότιμα με εκείνα των ιδρυμάτων της ανώτατης εκπαίδευσης. Το ρήμα «μετονομάζονται» θα μπορούσε επί το εκκλησιαστικότερον να είναι «βαφτίζονται» ή θα μπορούσε, μια και πλησιάζουν οι Αποκριές, να είναι «μεταμφιέζονται».
Η πραγματικότητα πάντως, που διαμορφώνει το νομοσχέδιο, είναι ότι τέσσερις μέτριες έως κακής ποιότητας ιερατικές σχολές μεταμφιέζονται σε πανεπιστημιακές. Για την ποιότητα; Μηδενικό το ενδιαφέρον του Υπουργείου.
Αν η Εκκλησία επιθυμεί να αναβαθμίσει το επίπεδο μόρφωσης και εκπαίδευσης των στελεχών της, τι την εμποδίζει να ανεβάσει το επίπεδο μιας ή περισσοτέρων των υφισταμένων σχολών ή να ιδρύσει και να χρηματοδοτήσει με τα δικά της λεφτά και νέα ανώτερη σχολή; Τι την εμπόδισε όλο αυτό τον καιρό;
Μια τέτοια δική της σχολή θα μπορούσε να έχει όσο υψηλό επίπεδο επιθυμεί και μπορεί -διαχρονικά βέβαια- να συντηρήσει η Εκκλησία. Και δεν θα χρειαζόταν να καμώνεται ότι είναι πανεπιστήμιο. Τι τα θέλουμε αυτά;
Επισημαίνω ότι κατά τη γνώμη μου, αλλά και κατά τη γνώμη εγκύρων ειδικών και πολλών προλαλησάντων σήμερα, το νομοσχέδιο είναι γεμάτο προφανείς αντισυνταγματικές διατάξεις που δεν θα άντεχαν σε δικαστική εξέταση.
Ίσως το Υπουργείο και ο κ. Παυλόπουλος και η κυρία Υπουργός στηρίζουν την αισιοδοξία ότι το νομοσχέδιο δεν θα μετατραπεί σε κουρελόχαρτο στα δικαστήρια στις γνωστές σε όλους πλέον ιδιότυπες σχέσεις δικαιοσύνης – Εκκλησίας. Ίσως νομίζουν ότι θα γλιτώσει το νομοσχέδιο χάρη σε αυτές τις περίεργες σχέσεις.
Δεν είμαι σε θέση να κρίνω αυτήν την κυνική αλλά ομολογουμένως πρακτική εκτίμηση. Γι’ αυτό περιορίζομαι να διατυπώσω την άποψη ότι το νομοσχέδιο είναι συνταγματικά διάτρητο.
Βέβαια, αν αλλάξει ή αν καταργηθεί το άρθρο 16 του Συντάγματος, πολλά από τα συνταγματικά προβλήματα θα εξαφανιστούν και η Εκκλησία θα μπορεί χωρίς κρατική παρέμβαση και χωρίς κρατική χρηματοδότηση να ιδρύει τις σχολές που θεωρεί χρήσιμες για την επιτέλεση του έργου της.
Εγώ πάντως καταψηφίζω επί της αρχής το νομοσχέδιο και ελπίζω τα κόμματα της Αντιπολίτευσης –και αναφέρομαι σε όλους- να ζητήσουν τη διεξαγωγή ονομαστικής ψηφοφορίας προκειμένου να δοθεί η ευκαιρία σε όλους τους Βουλευτές να εκφράσουν ελεύθερα και υπεύθυνα τη γνώμη τους.
Ευχαριστώ πολύ, κύριοι συνάδελφοι.
(Χειροκροτήματα από την πτέρυγα του ΠΑ.ΣΟ.Κ.)
ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Σωτήρης Χατζηγάκης): Ευχαριστώ πολύ, κύριε Μάνο.
Ο κ. Γεώργιος Βασιλείου έχει το λόγο.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ: Ευχαριστώ πολύ, κύριε Πρόεδρε. Χρόνια πολλά.
ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Σωτήρης Χατζηγάκης): Χρόνια πολλά, κύριε συνάδελφε.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ: Χρόνια πολλά και καλή χρονιά σε όλες και όλους τους συναδέλφους, χρόνια πολλά στους Έλληνες πολίτες.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η ιστορία, η τέχνη και ο πολιτισμός είναι βαθιά ποτισμένα με άρωμα Εκκλησίας και Ορθοδοξίας. Αυτό δεν μπορεί να το αμφισβητήσει κανείς. Το ιστορικό μας γίγνεσθαι δεν αμφισβητείται από κανέναν. Και δεν αμφισβητείται όχι μόνο από κανέναν Έλληνα που γνωρίζει ελληνική ιστορία ή έχει ζήσει την ελληνική ιστορία, αλλά και από κανέναν πολιτισμένο πολίτη του κόσμου που έχει διαβάσει παγκόσμια ιστορία και συνεπώς και ελληνική ιστορία.
Από τα βασικότερα επιτεύγματα της Εκκλησίας είναι ότι συνέβαλε αμέριστα στη διατήρηση της πολιτιστικής και πολιτισμικής μας κληρονομιάς και των γραμμάτων από τα δύσκολα χρόνια. Πάντα λειτούργησε ως παιδευτικός οργανισμός και διέσωσε την ελληνική παιδεία και τον πολιτισμό μας.
Η παιδεία, συνεπώς, η γνώση και τα γράμματα αποτελούν βασική έκφανση της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Και τα στοιχεία αυτά οφείλει να προάγει καθημερινά σε μία προσπάθεια να επιτελέσει καλύτερα το έργο αγάπης.
Σ’ αυτήν την προσπάθεια πρέπει να συμβάλει παράλληλα και το κράτος ως αρωγός. Πρέπει, λοιπόν, το κράτος να βοηθήσει την Εκκλησία να οργανώσει με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο την εκπαίδευση και την παιδεία, γιατί τη βοήθεια αυτή η Εκκλησία απλόχερα θα επιστρέψει σε μας και στα παιδιά μας.
Είναι ή δεν είναι πανθομολογούμενο, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ότι μέχρι πρόσφατα υπήρχε παντελής έλλειψη ενός σταθερού κανονιστικού ρυθμιστικού πλαισίου λειτουργίας των εκκλησιαστικών σχολών, ένας νόμος πλαίσιο εμπλουτισμένος με τα σύγχρονα οργανωτικά και συστηματικά εκπαιδευτικά δεδομένα και τις αρχές της λειτουργίας; Αυτό μας έλειπε. Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι οι ήδη υπάρχουσες εκκλησιαστικές σχολές δεν παρείχαν τα εχέγγυα ενός σύγχρονου εκπαιδευτικού οργανισμού. Έμπαιναν κι έβγαιναν κάποιοι, που έβλεπαν την Εκκλησία όχι ως οίκο του Θεού, αλλά ως άβατο προστασίας. Αυτά δυστυχώς τα είδαμε, όπως τα είδε και όλος ο ελληνικός λαός.
Συνεπώς η έλλειψη ενός θεσμικού κορμού λειτουργίας των σχολών αυτών ήταν ένα ιδιαίτερα αρνητικό, θα έλεγα, φαινόμενο και ουσιαστικό εμπόδιο στη συμβολή της Εκκλησίας στην κοινωνία και στο σύγχρονο ρόλο ανθρωπισμού και αγάπης, που καλείται να διαδραματίσει. Ή για να είμαι ειλικρινής, προφανώς κάποιοι ήθελαν να τις διατηρήσουν –πιθανολογώ σκοπίμως- σε σχολές δευτέρου επιπέδου, για να υπολειτουργούν.
Το παρόν σχέδιο νόμου δέχεται έντονη κριτική, παρά τα θετικά στοιχεία και τον υγιή προσανατολισμό του να βάλει τάξη σ’ ένα ανοργάνωτο και ξέφραγο αμπέλι, που λέγεται εκκλησιαστικές σχολές, ένα φυσικό τέκνο της Εκκλησίας που όμως πάντα –και κάποιοι το προσπερνούν αυτό, δεν μπορώ να καταλάβω γιατί- λειτουργούσαν και λειτουργούν υπό τη μόνιμη, συνεχή και ενεργή εποπτεία του κράτους. Εγώ θα περίμενα μια συνολικότερη τοποθέτηση στο σχέδιο νόμου από τους αρμόδιους φορείς και από την Αντιπολίτευση και όχι μόνο στα εν οίκω. Επίσης, θα περίμενα και μια κριτική στάση απέναντι στα καθημερινά προβλήματα που ταλανίζουν την Εκκλησία και τα οποία κορυφώθηκαν πρόσφατα με σκοπό τη βελτίωση των θεσμών και όχι μια στάση ουδετερότητας απέναντι σ’ αυτά τα προβλήματα. Θα ήθελα βέβαια και μια αυτοκριτική, η οποία όμως ποτέ δεν γίνεται. Κάποιοι θέλουν μονίμως, ως αναμάρτητοι, να λιθοβολούν την Εκκλησία. Το λέω αυτό, γιατί η ανάγκη να τεθεί ένα ελάχιστο πλαίσιο λειτουργίας αρχών και οργάνωσης των σχολών αυτών, δεν εμφανίστηκε τώρα ξαφνικά, δεν εμφανίστηκε σήμερα. Το ίδιο διαπίστωσαν και άλλοι Υπουργοί στο παρελθόν και εισήγαγαν προτάσεις, οι οποίες όμως τελικά παρέμεναν στα συρτάρια των Υπουργείων. Η σημερινή Κυβέρνηση και ο κ. Κώστας Καραμανλής τι κάνει; Έρχεται και αφουγκράζεται καθημερινά τα προβλήματα, τα κοινωνικά μηνύματα και τις ανάγκες των θεσμών και καλείται να κλείσει ένα κενό, το οποίο οι παρελθούσες κυβερνήσεις απέτυχαν ή δεν θέλησαν να πράξουν. Αυτή είναι η αλήθεια. Απείχαν. Και για να κυριολεκτώ, οπισθοχώρησαν πιθανότατα μπροστά στο πολιτικό κόστος.
Και τώρα στα περί αντισυνταγματικότητας:
Εγώ ειδικός δεν είμαι. Οι ειδικοί όμως μας δήλωσαν ότι αυτή η νομοθετική προσπάθεια είναι απόλυτα σύμφωνη και αρμονικά δεμένη με τις συνταγματικές επιταγές. Καμία αντισυνταγματική διάταξη δεν πλήττεται. Αντίθετα, η πρόταση της Κυβέρνησης εντάσσεται πλήρως στο πλέγμα των συνταγματικών διατάξεων περί ατομικών ελευθεριών. Πού βλέπετε, λοιπόν, την αντισυνταγματικότητα, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι;
Άλλοι μίλησαν για αντιδημοκρατικότητα. Κύριοι συνάδελφοι, τα μονοπώλια δεν έχουν θέση στην εκπαίδευση. Σε όλο τον κόσμο γκρεμίζονται τα μονοπώλια κι εμείς θέλουμε να τα διατηρήσουμε και μάλιστα στον ευαίσθητο τομέα της παιδείας; Άβατο στην εκκλησιαστική παιδεία δεν υπάρχει και κανείς δεν νομιμοποιείται με το να το προβάλει. Γιατί τότε φοβάμαι ότι ο ίδιος πέφτει σε σφάλμα αντιδημοκρατικότητας και αντισυνταγματικότητας.
Ακούστηκε επίσης η ένσταση ότι τα δημοσιονομικά της χώρας δεν επιτρέπουν την ίδρυση αυτών των νέων σχολών, οι οποίες θα ψαλιδίσουν τον προϋπολογισμό άλλων ιδρυμάτων. Διαφωνώ ριζικά. Νομίζω ότι είναι καθαρά οπορτουνιστική αυτή η προσέγγιση. Ξεφεύγει, απέχει παρασάγγας από το σκοπό του νομοσχεδίου και γενικά δεν εντάσσεται σ’ ένα κοινωνικό κράτος δικαίου.
Η γνώση και η παιδεία, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, δεν πρέπει να αποτελούν παιχνίδι ή πίτα, για να κερδίζεται, να τεμαχίζεται και να μοιράζεται. Είναι επένδυση στο μέλλον της χώρας μας. Είναι απλόχερο δώρο στα παιδιά μας. Είναι πολιτισμός, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι. Η γνώση είναι δύναμη. Δηλαδή, το αξίωμα «δει δη χρημάτων ο αγών» θα το κάνουμε λάβαρο για να μην οργανώσουμε την εκπαίδευση; Δεν μπορώ να το καταλάβω αυτό. Δεν θα θέσουμε ένα οργανωμένο βασικό πλαίσιο λειτουργίας των εκκλησιαστικών σχολών, όταν η ανάγκη θέσπισης τέτοιου πλαισίου εδώ και δεκαπέντε χρόνια υποβόσκει και ο φάκελος τόσα χρόνια άλλαζε υπουργικά συρτάρια;
Εκ των πραγμάτων, λοιπόν, και αυτό το αντιπολιτευτικό επιχείρημα καταρρέει από μόνο του. Θυμηθείτε ότι όταν το πρόβλημα ήταν ακόμα παιδικός ιός, ορισμένοι ζήτησαν τη θεραπεία του. Κάποιοι δεν τη θέλησαν και κάποιοι δήλωσαν με τη στάση τους «απελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο».
Δεν θα ενισχύσουμε αμυντικά και προληπτικά τις σχολές αυτές, που έχουν τεράστια κοινωνική προσφορά και συμβολή; Δεν θα αναβαθμίσουμε την ποιότητα των σπουδών τους;
Γιατί, κυρίες και κύριοι, ενοχλεί η αναβάθμιση; Γιατί ενοχλεί η ανανέωση, η οργάνωση, το νέο; Και να που φτάσαμε. Ο παιδικός ιός μετεξελίχθηκε και παρ’ ολίγον να είχαμε πανδημία.
Μήπως τελικά κάποιοι θέλουν να έχουμε εκπαίδευση δύο ταχυτήτων; Αυτό θέλουμε; Ή μήπως κάποιοι φοβούνται; Και δεν θα τολμήσω να πω αυτό που φαντάζομαι. Ας μην ξεφεύγουμε, λοιπόν, από τη διδακτική και παιδευτική ιστορία και το ρόλο της Εκκλησίας και της Ορθοδοξίας.
Η σημερινή μας αποχή ή ο εφησυχασμός σε λίγο θα είναι εμπόδια, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, που μπροστά μας θα βρούμε. Πλην, όμως, τότε θα είναι πάρα πολύ αργά, γιατί αυτά θα θεριέψουν και θα είναι αξεπέραστα. Ας μην πυροβολούμε τον πολιτισμό μας, γιατί ο πολιτισμός δεν είναι μόνο η προς τέρψιν εκδηλώσεις. Γενικότερα η έννοια του πολιτισμού, κατά την ταπεινή μου άποψη, ενέχει και χαρακτήρα θρησκευτικό. Αντίδραση στο σχέδιο αυτό σημαίνει άρνηση και αμφισβήτηση της ιστορικής μας ταυτότητας, μία απρόσφορη –και επιτρέψτε μου αυτή τη συμβολική έκφραση- προσπάθεια απομυθοποίησης της έννοιας του κρυφού σχολείου.
Ευχαριστώ πολύ.
(Χειροκροτήματα από την πτέρυγα της Νέας Δημοκρατίας)
ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Σωτήρης Χατζηγάκης): Ευχαριστώ πολύ, κύριε Βασιλείου.
Ο κ. Γείτονας έχει το λόγο.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΓΕΙΤΟΝΑΣ: Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, και από το Βήμα αυτό χρόνια πολλά και καλή χρονιά.
Ουδείς πιστεύω ότι μπορεί να αμφισβητήσει την ανάγκη για ενίσχυση και ποιοτική αναβάθμιση του κλήρου στην Εκκλησία μας και κατ’ επέκταση ουδείς αγνοεί τη σημασία του εκσυγχρονισμού του πλαισίου της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης για τους κληρικούς μας.
Ευστόχως, όμως, κύριε Υπουργέ, ο λαός μας λέει «τα ράσα δεν κάνουν τον παπά». Εγώ θα προσθέσω πως επομένως ούτε τα πτυχία τον κάνουν. Το αριθμητικό έλλειμμα σε ιερείς που υπάρχει –στο χωριό μου λείπουν δύο και δεν νομίζω ότι δεν έρχονται, γιατί δεν υπάρχουν πτυχιούχοι από ανώτατες σχολές- αλλά κυρίως οι αδυναμίες, οι ανεπάρκειες σε ποιμαντικό έργο έχουν βαθύτερα αίτια. Σ’ αυτά έπρεπε να σκύψει και να εγκύψει η διοίκηση της Εκκλησίας. Να δει, επίσης, τα πρότυπα ζωής επισκόπων και άλλων ιερωμένων, να δει ακόμα και κανονικά ζητήματα στη σύγχρονη εποχή, εάν θέλει πραγματικά να προσελκύσει στους κόλπους της νέους και χαρισματικούς ιερείς.
Έχουμε εκφράσει στο ΠΑ.ΣΟ.Κ., κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, την αντίρρησή μας επί της αρχής του νομοσχεδίου. Ακριβώς για λόγους αρχής. Δεν αντιδρούμε άλλωστε μόνο εμείς, αλλά και οι θεολογικές σχολές, σχεδόν ολόκληρη η εκπαιδευτική κοινότητα, λαϊκοί, ακόμα και κληρικοί. Και επειδή επί της αρχής διευρύνεται πάντα η συζήτηση, όπως και σήμερα, καλό είναι να ξεκαθαρίσει ο καθένας μας εδώ μέσα τη θέση του για τα εκκλησιαστικά. Εγώ τουλάχιστον θα το κάνω, για να μην παρερμηνεύονται –όπως συμβαίνει- από πολλές πλευρές και ιδιαίτερα από κάθε είδους θεομπαίχτες.
Το Σύνταγμά μας είναι δεδομένο -δεν χρειάζεται να το επαναλαμβάνουμε- και το σεβόμαστε όλοι. Όπως και το επικρατούν θρησκευτικό συναίσθημα στο λαό μας, που είναι και σεβαστό και δεδομένο. Αυτό, όμως, δεν συνιστά καμία προνομιακή μεταχείριση των ορθοδόξων, ούτε επίσης επηρεάζει την άσκηση του κατοχυρωμένου από το Σύνταγμά μας δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ελληνισμός και Ορθοδοξία συμπορεύονται χιλιάδες χρόνια και πιστεύω ότι θα συνεχίσουν. Εγώ προσωπικά πιστεύω ότι τα μηνύματα της Ορθοδοξίας είναι οικουμενικά, πάντα επίκαιρα και ιδιαίτερα σήμερα, την εποχή της σύγχυσης και της κρίσης των αξιών.
Και καλά θα κάνει η διοίκηση της Ελλαδικής Εκκλησίας να μη «στενεύει» αυτά τα οικουμενικά μηνύματα. Εκείνο που μετράει όμως είναι ο πνευματικός ρόλος της Εκκλησίας, τον οποίο πρέπει να επιβεβαιώνει η Εκκλησία καθημερινά. Να καταξιώνει την αποστολή της πραγματικά με αφοσίωση στον άνθρωπο, με προσφορά στον πλησίον, με πρότυπα ζωής συμβατά με τα διδάγματα της Ορθοδοξίας.
Οι ρόλοι Εκκλησίας και Κράτους είναι διακριτοί: «Τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ». Γι’ αυτό στην αποστολή της Εκκλησίας δεν ταιριάζει η εκκοσμίκευση, δεν ταιριάζει η συνεχής αναζήτηση -που παρατηρούμε τα τελευταία χρόνια- ζωτικού χώρου στο χώρο της πολιτικής. Αυτό πρέπει να αντιληφθεί η διοίκηση της Εκκλησίας της Ελλάδος που δείχνει πολυπραγμοσύνη. Σ’ έναν διάλογο ο Πλάτων έλεγε: «Τα εξ αυτού πράττειν και μη πολυπραγμονείν δικαιοσύνη εστί». Και έρχεται στη συνέχεια ο Ιησούς Χριστός με την επισήμανσή του στη Μάρθα που της είπε: «Περί πολλών μεριμνάς και τυρβάζεις, ολίγων δε έχεις χρεία».
Δεν μπορεί, επί παραδείγματι, σήμερα ο Αρχιεπίσκοπος σε κάθε διαφορετική άποψη -όπως για τις ταυτότητες, όπως τώρα για την εκκλησιαστική εκπαίδευση, πολύ περισσότερο στις απόψεις που ακούγονται για τον επανακαθορισμό στις σχέσεις κράτους και Εκκλησίας - να βλέπει συνεχώς «αντιχριστιανικό» δάκτυλο. Μου θυμίζει τον κομμουνιστικό «δάκτυλο» που έβλεπε κάποτε η δεξιά σε όλες τις ενέργειες πολιτών. Βλέπει τώρα Διοκλητιανούς... Ίσα, ίσα μια ξεκάθαρη σχέση κράτους και Εκκλησίας που διευκολύνει την ειρηνική και αρμονική συμπόρευση στη νέα εποχή θα είναι προς όφελος όλων.
Μέσα στον ευρύτερο σκοπό, κύριε Υπουργέ, του νομοσχεδίου κρύβεται η «ταμπακιέρα». Η δημιουργία δηλαδή από το παράθυρο οιωνεί εκκλησιαστικών πανεπιστημίων με δαπάνες του κράτους χωρίς συνταγματικά εχέγγυα και με αδιαφορία για το μέλλον των πανεπιστημιακών θεολογικών σχολών που δικαιολογημένα αντιδρούν.
Να τι προβλέπεται: Οι τέσσερις υπάρχουσες σχολές – και όπως ειπώθηκε προηγουμένως θα ζητήσουν και άλλοι δεσπότες να γίνουν και άλλες- μετατρέπονται σε Ανώτατες Εκκλησιαστικές Ακαδημίες. Χορηγούν πτυχία ισότιμα με τα Α.Ε.Ι. τόσο σε τμήματα ιερατικών σπουδών ή προγράμματα, όπως τα λέει, όσο και άλλων ειδικοτήτων. Η πρόσβαση γίνεται δήθεν με το σύστημα των πανελληνίων εξετάσεων αλλά με επιπλέον προφορική συνέντευξη και σχετική συστατική επιστολή του επισκόπου. Πλήρης νόθευση των πραγμάτων. Παραβιάζεται και το πνεύμα και το γράμμα του Συντάγματος. Είναι χαρακτηριστικές οι επισημάνσεις της Διεύθυνσης Επιστημονικών Μελετών της Βουλής. Και τέλος, προχωρείτε δίχως την απαιτούμενη συναίνεση.
Αυτό το νομοσχέδιο όχι μόνο δεν ενώνει, κύριε Υπουργέ, κύριοι της κυβερνητικής παράταξης, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, αλλά διχάζει. Τα προβλήματα που δημιουργούν οι διατάξεις αναπτύχθηκαν από τον εισηγητή μας, τον κ. Δημαρά, λεπτομερώς και εκτενώς και από άλλους συναδέλφους. Δεν θα επεκταθώ. Θα περιοριστώ σε μια βασική επισήμανση και απευθύνομαι στον κύριο Υπουργό.
Κύριε Υπουργέ, όταν νομοθετούμε, για να μην κάνουμε λάθη, ένα πράγμα θα πρέπει να έχουμε πάντα υπ’ όψιν μας. Να ξεκαθαρίσουμε τι θέλουμε. Έρχομαι και ερωτώ. Όσον αφορά τους κληρικούς. Αν θέλουμε προσέλκυση και προετοιμασία νέων με ανώτατη εκπαίδευση αποκλειστικά για τον κλήρο, τότε, εφ’ όσον δεν αρκούν οι θεολογικές πανεπιστημιακές σχολές, δεν έχουμε παρά να κάνουμε εκκλησιαστικές ακαδημίες ιερατικών σπουδών. Αυτή είναι μια λύση που την προτείνουν πολλοί και τα πανεπιστήμια. Γιατί χρειάζονται όλα τα άλλα τα μεσοβέζικα, τα ερμαφρόδιτα θα έλεγα; Εκεί στις ακαδημίες θα έχουν και τριτοβάθμια εκπαίδευση και ιερατική παιδεία.
Έρχομαι τώρα στα λαϊκά στελέχη της Εκκλησίας. Εάν πραγματικά θέλουμε εκεί να βελτιώσουμε τα πράγματα, θα μπορούσαν οι ανάγκες να καλυφθούν από την τριτοβάθμια εκπαίδευση, είτε αφορά τη φιλολογία είτε την οργάνωση και διοίκηση, είτε την αγιογραφία, είτε τη συντήρηση κειμηλίων ή ακόμη και τη βιοηθική. Έχουμε τριτοβάθμια εκπαίδευση, Α.Ε.Ι. και Τ.Ε.Ι.. Αν θέλετε και κάτι παραπάνω, να έχουμε ενδεχομένως πρόσθετη ιερατική επιμόρφωση σε όλους αυτούς μέσα από το σύστημα της διά βίου εκπαίδευσης.
Αυτό θα ήταν μια καθαρή λύση, παραδεκτή και πραγματικά θα υπηρετούσε το στόχο. Τα υπόλοιπα, είναι εκ του πονηρού. Νοθεύουμε έτσι και το εκπαιδευτικό σύστημα, με διάτρητες συνταγματικά διατάξεις και λύσεις πέρα από κάθε έννοια αξιοκρατίας και ισότητας. Δεν συμβαδίζει, πώς να το κάνουμε, η έννοια του πανεπιστημίου με τη δογματική αντί της ελεύθερης σκέψης. Με έλεγχο θρησκευτικών φρονημάτων αντί της ακαδημαϊκής ελευθερίας. Με συνδιοίκηση από την Εκκλησία, αντί του αυτοδιοίκητου. Δεν μπορεί να κάνουμε ρωγμές στο αδιάβλητο σύστημα των πανελληνίων εξετάσεων με αποκλεισμούς και συνεντεύξεις. Αυτά είναι τα ζητήματα που επισημαίνονται και από την έκθεση της Διεύθυνσης Επιστημονικών Μελετών της Βουλής.
Κυρίες και κύριοι της Κυβέρνησης τελειώνοντας προσθέτω τα εξής. Ο άμβωνας –και ακούσαμε σήμερα και από τον εκπρόσωπο της Νέας Δημοκρατίας κήρυγμα άμβωνος, όχι λόγο Βήματος Βουλής- δεν μπορεί να υποκαταστήσει το Βήμα της Βουλής. Αυτό πρέπει να το καταλάβουμε. Όπως επίσης, ούτε το κατηχητικό να υποκαταστήσει το σχολείο, πολύ περισσότερο να υποκαταστήσει το κατηχητικό το πανεπιστήμιο.
Με το νομοσχέδιο αυτό λοιπόν, παρ’ όλα όσα λέτε, δεν προσφέρετε καλές υπηρεσίες ούτε στο λαό, ούτε στους πιστούς, ούτε στην απαραίτητη σχέση φιλαλληλίας μεταξύ πολιτείας και Εκκλησίας.
Ευχαριστώ.
(Χειροκροτήματα από την πτέρυγα του ΠΑ.ΣΟ.Κ.)
ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Σωτήρης Χατζηγάκης): Ευχαριστώ, κύριε Γείτονα.
Κυρίες και κύριοι, θέλω να σας ανακοινώσω σχετικά με τη διαχείριση της εξέλιξης της συζητήσεώς μας τα εξής: Απόψε θα πάμε μέχρι τις 12.00’. Είναι εγγεγραμμένοι τριάντα δύο συνάδελφοι. Θα μιλήσουν όσοι συνάδελφοι κατορθώσουν μέσα σε αυτά τα χρονικά πλαίσια. Θα ακολουθήσει η συζήτηση μας αύριο από τις 10.30΄ το πρωί και αν το νομοσχέδιο τελειώσει νωρίς αύριο και έχουμε χρονικά περιθώρια, θα μπούμε και στα άρθρα. Διαφορετικά, αφού ψηφιστεί αύριο το νομοσχέδιο, η συζήτηση επί των άρθρων θα συνεχιστεί την Πέμπτη.
Το λόγο τώρα θα δώσω στον κ. Ανδρέα Καραγκούνη.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΓΚΟΥΝΗΣ: Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, χρόνια πολλά σε όλους σας και στον ελληνικό λαό που μας ακούει.
Θέλω να κάνω ορισμένες σύντομες καθαρά πολιτικές επισημάνσεις. Και το λέω αυτό διότι με την αφορμή της συζήτησης του συγκεκριμένου νομοσχεδίου αναδείχθηκαν πιστεύω, ακόμα μια φορά με τρόπο ανάγλυφο προβλήματα που χειμάζουν τον πολιτικό διάλογο. Υπήρξε νομίζω έλλειψη ψυχραιμίας, υπήρξε παραπληροφόρηση.
Κανονικά αυτό το νομοσχέδιο θα έπρεπε να είχε την τύχη της άμεσης υποστήριξης όλων των πολιτικών παρατάξεων και όλων των κλαδικών και κοινωνικών φορέων. Και ο λόγος είναι απλός: Διότι εκσυγχρονίζει το θεσμικό πλαίσιο της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης. Δεν κάνει τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. Και εκσυγχρονίζει το εν λόγω πλαίσιο σε αυτονόητη συνεργασία με την Εκκλησία. Απλή ανάγνωση των διατάξεων που αναδεικνύει τη διαφωνία, τη σκοπιμότητά του, δείχνει ότι το νομοσχέδιο έρχεται να λύσει χρόνια προβλήματα.
Και μάλιστα αν μου επιτρέπετε, θα έλεγα ότι η συζήτησή του αποτελεί θέμα σοβαρότητας του κράτους, αφού όπως ορθά επισημαίνεται και στην εισηγητική του έκθεση έχει ήδη προβλεφθεί δεκαπέντε χρόνια πριν με το άρθρο 62 του ν. 1946/1991, ότι θα ψηφιζόταν ειδικός νόμος για το πλαίσιο λειτουργίας των ανώτερων εκκλησιαστικών σχολών, αλλά αυτό δεν έγινε ποτέ.
Κινηθήκαμε νομίζω ενιαία και όχι τυφλά, καθόσον αξιοποιήθηκε ως κατ’ αρχήν υπόδειγμα των ρυθμίσεων το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο για τα Ανώτατα Στρατιωτικά Ιδρύματα. Και όμως αυτό το νομοσχέδιο, το διαφανές στις προθέσεις του, το οποίο θα έπρεπε άμεσα να τύχει της υποστήριξης όλων μας, ήρθε αντιμέτωπο με τις πάγιες αδυναμίες του πολιτικού μας πολιτισμού.
Έχει περάσει ήδη πολύς καιρός από τότε που συζητήσαμε το νομοσχέδιο. Και τι δεν ειπώθηκε και τι δεν εγράφη. Για Δούρειο Ίππο της Εκκλησίας μίλησαν, για εξόφληση προεκλογικών μας γραμματίων προς τον Αρχιεπίσκοπο μίλησαν.
Μίλησαν ακόμη για οπισθοδρόμηση της παιδείας κατά τα πρότυπα του Ισλαμικού φονταμενταλισμού. Και όλα αυτά για ένα νομοσχέδιο που είχε προβλεφθεί πριν από δεκαπέντε χρόνια, για ένα νομοσχέδιο που οργανώνει την ύλη του από νομοτεχνικής απόψεως με βάση προγενέστερους θεσμικούς νόμους, μη αφήνοντας αμφιβολία για την καθαρότητα των προθέσεών του. Υπερβολές, απώλεια ψυχραιμίας και παραπληροφόρηση.
Σέβομαι τις απόψεις των θεολογικών πανεπιστημιακών καθηγητών οι οποίοι ενδεχομένως θεώρησαν ότι το εν λόγω νομοσχέδιο θίγει την αυτοτέλεια των Θεολογικών Σχολών. Σέβομαι αυτές τις απόψεις διότι οι καθηγητές καλά κάνουν να υπερασπίζοντα τα του οίκου τους. Θεωρώ όμως υποκρισία την συμπεριφορά της Αντιπολίτευσης, η οποία κρυπτόμενη πίσω από τέτοιες ενδεχομένως εύλογες στα σημεία τους κλαδικές αντιρρήσεις των πανεπιστημιακών απλώς θέλησε να μεταμφιέσει την πάγια τακτική της έναντι της Εκκλησίας. Δυστυχώς είναι στο πνεύμα της εποχής. Το ιδεολόγημα του χωρισμού κράτους-Εκκλησίας είναι σε πλήρη αναντιστοιχία με αυτό που επιθυμεί ο ελληνικός λαός.
Όλα αυτά είναι τόσο παγιωμένα και επαναλαμβανόμενα και δεν έχω αμφιβολία ότι με την ευκαιρία της συνταγματικής αναθεώρησης θα τα ακούσουμε εκ νέου από την πλευρά της Αντιπολίτευσης.
Υποστηρίζω ότι το συζητούμενο νομοσχέδιο λύνει το χρονίζον πρόβλημα της αναμόρφωσης του θεσμικού πλαισίου της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης, αναμόρφωση της οποίας η ανάγκη έχει επισήμως και μάλιστα νομοθετικώς ήδη διαπιστωθεί από το 1991. Υποστηρίζω το συζητούμενο νομοσχέδιο διότι θεωρώ ότι με αυτόν τον τρόπο δηλώνω την υπέρτατη αντίδρασή μου στην παραπληροφόρηση που επιχειρήθηκε με υπερβολές που δεν έχουν σχέση με αυτό που συζητάμε, δήθεν για οπισθοδρόμηση της παιδείας κατά τα πρότυπα του ισλαμικού φονταμενταλισμού και άλλα γραφικά ενώ συμβαίνει το αντίθετο. Υποστηρίζω το νομοσχέδιο γιατί σέβομαι τα αμιγώς εκκλησιαστικά πανεπιστήμια και σχολές. Μάλιστα υπάρχουν ορισμένα από αιώνες στην Ευρώπη και στην Αμερική όχι διότι η παιδεία στην Ευρώπη και στην Αμερική οπισθοδρομούν κατά τα πρότυπα του Ιράν, αλλά αντίθετα γιατί εγκολπώνονται την πολυφωνία και τον πλουραλισμό.
Ελπίζω ότι κάποτε η χώρα μας θα βαδίσει και αυτή αυτόν το δρόμο, καταργώντας τα μονοπώλια της γνώσης από τα κρατικά Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα πράγμα που ελπίζω ότι επιτέλους θα συμβεί με την δρομολογούμενη συνταγματική αναθεώρηση.
Άκουσα από πηγές του εξωτερικού –δεν λέω περισσότερα- ότι τη στιγμή που η Ελλάδα έχει κάνει σημαία της το θέμα της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης σε όλο τον κόσμο και όταν η Τουρκία εκτίθεται με την εμμονή της να περιορίζει την ακαδημαϊκή έκφραση επικαλούμενη φληναφήματα περί κοσμικού κράτους, δίνουμε δικαίωμα σε διάφορους καλοθελητές εκ της αλλοδαπής να λέμε ότι εμείς οι ίδιοι δεν ανεχόμαστε στη χώρα μας την αναβάθμιση της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης με επιχειρήματα που μοιάζουν με τα επιχειρήματα των Τούρκων στρατηγών. Καλό είναι να μην δίνουμε τέτοια δικαιώματα με τις υπερβολές μας.
Με την έννοια αυτή καλώ όλους τους συναδέλφους από όλες τις πτέρυγες να ψηφίσουμε το συζητούμενο νομοσχέδιο δίνοντας ένα μήνυμα ενότητας και εξόδου από μία περιττή αντιπαράθεση.
(Χειροκροτήματα από την πτέρυγα της Νέας Δημοκρατίας)
ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Σωτήρης Χατζηγάκης): Ο κ. Βενιζέλος έχει το λόγο.
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ: Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, αυτό το νομοσχέδιο για την Ανώτατη Εκκλησιαστική Εκπαίδευση συντελεί ένα διπλό λάθος. Πρώτον, ένα λάθος εκ μέρους της πολιτείας η οποία με αυτήν την νομοθετική πρωτοβουλία υπονομεύει και υποβαθμίζει την ίδια την έννοια του ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος. Έτσι καταστρατηγεί το άρθρο 16 του Συντάγματος και δεν προστατεύει τα δημόσια ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα και πιο συγκεκριμένα τις θεολογικές σχολές που περιλαμβάνουν στους κόλπους τους και τα παλιά ποιμαντικά τμήματα που η ελληνική πολιτεία είχε ιδρύσει για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της Εκκλησίας και τα οποία τώρα λειτουργούν ως τμήματα Κοινωνικής Θεολογίας.
Η πολιτεία κάνει επίσης λάθος γιατί συμφωνεί να εισχωρήσει το κράτος στο χώρο της αυτόνομης ύπαρξης και λειτουργίας των εκκλησιαστικών οντοτήτων, ουσιαστικά δηλαδή παραβιάζει την θρησκευτική ελευθερία της ορθόδοξης εκκλησίας.
Το λάθος όμως βρίσκεται και στην άλλη πλευρά. Η εκκλησία κάνει λάθος ζητώντας αυτήν τη νομοθετική πρωτοβουλία, πιέζοντας για την θέσπισή της γιατί είναι προφανώς, δια των εκπροσώπων της δηλαδή καταγοητευμένη από πολιτειοκρατικού χαρακτήρα αντιλήψεις και ακολουθεί μια εκκοσμικευμένη αντίληψη για το τι σημαίνει κληρικός, τι σημαίνει εκπαίδευση του κληρικού και τι σημαίνει στελέχωση της εκκλησίας. Κάνει επίσης λάθος η εκκλησία, διότι αποκλίνει από τη σοφή, μακροχρόνια παράδοση, στα θέματα αυτά, του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο πράγματι και διεκδικεί να ανοίξει τη Σχολή της Χάλκης και έχει στις επαρχίες του θρόνου πολλές ανώτατες εκπαιδευτικές σχολές εκκλησιαστικού ή θεολογικού χαρακτήρα οι οποίες όμως έχουν είτε τη μορφή ενός αμιγώς εκκλησιαστικού ιδρύματος ιδιωτικού δικαίου όπως συνέβαινε με τη Χάλκη και όπως θέλουμε να ξανασυμβεί με τη Χάλκη δεν πρόκειται για κρατικό πανεπιστήμιο αλλά για ιδιωτικού δικαίου εκκλησιαστική σχολή που λειτουργεί στο πλαίσιο μιας ιεράς μονής, της Ιεράς Μονής της Αγίας Τριάδος είτε, για παράδειγμα στη Βοστόνη, στη Σχολή του Τιμίου Σταυρού, έχει αμιγώς πανεπιστημιακά ιδρύματα τα οποία εντάσσονται στη λογική και τη δομή της πανεπιστημιακής νομοθεσίας της πολιτείας π.χ. της Μασαχουσέτης, και γενικότερα της Νέας Αγγλίας. Δεν έχει όμως αυτό το ερμαφρόδιτο και πολλαπλά εσφαλμένο σχήμα μιας κρατικά οργανωμένης δήθεν ανώτατης σχολής που υποδύεται το ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα. Και το υποδύεται και ως προς τη μορφή και ως προς ονοματολογία, με καθηγητές, με λέκτορες, με ερευνητικά και ακαδημαϊκά συμβούλια και με όλα αυτά που συνιστούν τη συμβολική και ιστορική ουσία της ανώτατης εκπαίδευσης που βασίζεται στην ακαδημαϊκή ελευθερία, δηλαδή στην ύψιστη εκδήλωση της ελευθερίας της γνώμης, της ελευθερίας του λόγου, της ελευθερίας της έρευνας και της ελευθερίας της διδασκαλίας.
Από εδώ αρχίζει η συρροή αντισυνταγματικοτήτων της διάταξης αυτής. Η διάταξη αυτή είναι πολλαπλά αντίθετη στο Σύνταγμα, παραβιάζει και το άρθρο 16 παράγραφος 5 και το άρθρο 4 παράγραφοι 1 και 2 για την αρχή της ισότητας και το άρθρο 13 για τη θρησκευτική ελευθερία, διότι ο νομοθέτης θέλει να εντάξει τις σχολές αυτές στη δομή του ελληνικού δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος και να τις διαβαθμίσει ως ανώτατες. Αν θέλει να τις εντάξει στη δομή της ελληνικής εκπαίδευσης και μάλιστα της δημόσιας και να τις διαβαθμίσει κατά τρόπο που ισχύει για τις εκπαιδευτικές βαθμίδες τις ελληνικές τις πολιτειακές, τότε είναι υποχρεωμένος ο νομοθέτης να σεβαστεί και όλο το πλέγμα των συνταγματικών εγγυήσεων. Τη θρησκευτική ελευθερία όλων των δικαιουμένων να εισέλθουν και να διδάξουν, τη θεσμική εγγύηση της πλήρους αυτοδιοίκησης των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και της ακαδημαϊκής ελευθερίας και την ισότητα των πολιτών και την ισότητα ανδρών και γυναικών. Γιατί η εκκλησία διολισθαίνει σε λύσεις εκκοσμικευμένες και πολιτειοκρατικές και δεν διαφυλάσσει τη δική της αυτονομία, τη δική της θρησκευτική ελευθερία και τη δική της εκκλησιολογική υπόσταση και κανονική τάξη; Γιατί πρέπει η εκκλησία να ζητήσει από την πολιτεία τέτοια ρύθμιση; Ενός κακού, λοιπόν, μύρια έπονται. Τα δύο θεμελιώδη λάθη, ένα του κράτους της Κυβέρνησης και ένα της εκκλησίας, οδηγούν σε νομικό τραγέλαφο.
Και εάν αυτό το σύστημα όλο ελεγχθεί με βάση τα πορίσματα της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, θα καταλήξουμε σε απόλυτο αδιέξοδο, γιατί με σειρά αποφάσεών του εδώ και δεκαετίες το Συμβούλιο της Επικρατείας διασώζει τα δομικά χαρακτηριστικά της έννοιας του πανεπιστημίου κατά το άρθρο 16. Αυτό το κάνει ελέγχοντας τις διαδικασίες για την ισοτιμία και το ομοταγές των ακαδημαϊκών τίτλων που χορηγούνται από πανεπιστήμια του εξωτερικού, τα οποία ελέγχονται ως προς την ακαδημαϊκή τους δομή, ως προς το εάν εμπίπτουν στην έννοια του άρθρου 16. Και πώς αλλιώς; Αρνούμενο επί χρόνια το δικαστήριο να αναγνωρίσει την ανωτατοποίηση των Τ.Ε.Ι. έως ότου έκρινε ότι τα ανώτατα τεχνολογικά εκπαιδευτικά ιδρύματα της τελευταίας ρύθμισης του ΠΑ.ΣΟ.Κ. έχουν πλέον τα θεσμικά και δομικά χαρακτηριστικά του πανεπιστημίου, με αυτοδιοίκηση και ακαδημαϊκή αξιοκρατία.
Άρα, η μακροχρόνια και πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει εμπεδώσει κριτήρια για το τι είναι και τι δεν είναι πράγματι πανεπιστήμιο και οδηγείστε σε απόλυτο αδιέξοδο, και η Κυβέρνηση και η Εκκλησία, ως προς το θέμα αυτό.
Πρέπει, επίσης, να σας πω ότι όλα αυτά γίνονται για ανύπαρκτους λόγους, διότι υπάρχουν θέσεις στις θεολογικές σχολές, διότι οι θεολογικές σχολές στελεχώνονται με πολλούς καθηγητές κληρικούς, γιατί λειτουργούν όχι μόνο τμήματα Θεολογίας, αλλά και τμήματα Κοινωνικής Θεολογίας –δηλαδή τα τμήματα Ποιμαντικής- τα οποία είχαν ακριβώς αυτόν το σκοπό εκ γενετής και αυτόν έχουν πάντα, διότι ουσιαστικά απαξιώνονται τα μελλοντικά στελέχη της Εκκλησίας και είναι διαφορετικό να έχεις ένα μελλοντικό επίσκοπο πτυχιούχο ενός δήθεν εκκλησιαστικού πανεπιστημίου και διαφορετικό να έχεις έναν Χαλκίτη επίσκοπο ή έναν επίσκοπο από τη Βοστώνη ή έναν επίσκοπο από τις περίσεμνες θεολογικές σχολές της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Αυτό δεν προσφέρει υπηρεσία σε κανέναν.
(Στο σημείο αυτό κτυπάει το κουδούνι λήξεως του χρόνου ομιλίας του κυρίου