ΠΡΑΚΤΙΚΑ

Περίδος: ΙΒ, Σύνοδος: Α΄, Συνεδρίαση: ΡΞΓ΄ 11/06/2008

(Σημείωση: Ο παρακάτω πίνακας περιεχομένων δεν αποτελεί το τελικό κείμενο, διότι εκκρεμούν ορθογραφικές και συντακτικές διορθώσεις)

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
ΙΒ΄ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΜΕΝΗΣ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΣΥΝΟΔΟΣ A΄
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΡΞΓ΄
Τετάρτη 11 Ιουνίου 2008 (απόγευμα)

ΘΕΜΑΤΑ
Α. ΕΙΔΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ
1. Επικύρωση Πρακτικών, σελ.
2. Ανακοινώνεται ότι τη συνεδρίαση παρακολουθούν σπουδαστές από την Σχολή Τεχνικών Υπαξιωματικών Αεροπορίας Σ.Τ.Υ.Α., σελ.
3. Ανακοινώνονται αιτήματα εκατόν ένα (101) Βουλευτών του ΠΑ.ΣΟ.Κ., είκοσι δύο (22) Βουλευτών του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, δέκα τεσσάρων (14) Βουλευτών του Συνασπισμού Ριζοσπαστικής Αριστεράς με τα οποία ζητούν τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για το ψηφισθέν νομοσχέδιο: «Κύρωση της Συνθήκης της Λισσαβώνας που τροποποιεί τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, τη Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και ορισμένες συναφείς πράξεις», σελ.
4. Επί Διαδικαστικού θέματος, σελ.

Β. ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
1. Συζήτηση και ψήφιση επί της αρχής, των άρθρων και του συνόλου του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Εξωτερικών: «Κύρωση της Συνθήκης της Λισσαβώνας που τροποποιεί τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, τη Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και ορισμένες συναφείς πράξεις», σελ.
2. Ονομαστική ψηφοφορία επί του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Εξωτερικών, σελ.
3. Ανακοινώνονται επιστολές Βουλευτών που γνωστοποιούν την ψήφο τους επί της ονομαστικής ψηφοφορίας του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Εξωτερικών, σελ.

ΟΜΙΛΗΤΕΣ
Α. Επί Διαδικαστικού θέματος:
ΚΟΥΒΕΛΗΣ Φ., σελ.
ΠΑΓΚΑΛΟΣ Θ., σελ.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ Π., σελ.
ΣΙΟΥΦΑΣ Δ., σελ.

Β. Επί του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Εξωτερικών:
ΑΛΑΒΑΝΟΣ Α., σελ.
ΑΠΟΣΤΟΛΑΤΟΣ Β., σελ.
ΑΥΓΕΝΑΚΗΣ Ε., σελ.
ΒΑΛΗΝΑΚΗΣ Ι., σελ.
ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ Ε., σελ.
ΒΟΛΟΥΔΑΚΗΣ Μ., σελ.
ΒΟΡΙΔΗΣ Μ., σελ.
ΓΕΙΤΟΝΑΣ Κ., σελ.
ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ Α., σελ.
ΓΚΑΤΖΗΣ Ν., σελ.
ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ Α., σελ.
ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΣ Θ., σελ.
ΚΑΝΕΛΛΗ Λ., σελ.
ΚΑΝΤΑΡΤΖΗΣ Α., σελ.
ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ Ν., σελ.
ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ Κ., σελ.
ΚΑΡΑΤΖΑΦΕΡΗΣ Γ., σελ.
ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ Γ., σελ.
ΚΟΥΒΕΛΗΣ Φ., σελ.
ΛΑΦΑΖΑΝΗΣ Π., σελ.
ΛΙΒΑΝΟΣ Σ., σελ.
ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ Κ., σελ.
ΜΠΑΚΟΓΙΑΝΝΗ Θ., σελ.
ΜΠΕΝΑΚΗ-ΨΑΡΟΥΔΑ Α., σελ.
ΜΠΟΥΖΑΛΗ Π., σελ.
ΝΙΩΤΗΣ Γ., σελ.
ΠΑΓΚΑΛΟΣ Θ., σελ.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ Π., σελ.
ΠΑΠΑΚΩΣΤΑ-ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΥ Α., σελ.
ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ Γ., σελ.
ΠΑΠΑΡΗΓΑ Α., σελ.
ΠΑΠΟΥΤΣΗΣ Χ., σελ.
ΠΑΤΡΙΑΝΑΚΟΥ Φ., σελ.
ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ Π., σελ.
ΠΛΕΥΡΗΣ Α., σελ.
ΠΟΛΑΤΙΔΗΣ Η., σελ.
ΡΟΝΤΟΥΛΗΣ Α., σελ.
ΣΑΜΠΑΖΙΩΤΗΣ Δ., σελ.
ΣΗΜΙΤΗΣ Κ., σελ.
ΣΤΑΪΚΟΥΡΑΣ Χ., σελ.
ΣΤΡΑΤΑΚΗΣ Ε., σελ.
ΤΖΑΒΑΡΑΣ Κ., σελ.
ΧΑΛΒΑΤΖΗΣ Σ., σελ.


ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΒΟΥΛΗΣ
ΙΒ΄ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΜΕΝΗΣ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΣΥΝΟΔΟΣ Α΄
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΡΞΓ΄
Τετάρτη 11 Ιουνίου 2008 (απόγευμα)

Αθήνα, σήμερα στις 11 Ιουνίου 2008, ημέρα Τετάρτη και ώρα 17.00΄ συνήλθε στην Αίθουσα των συνεδριάσεων του Βουλευτηρίου η Βουλή σε ολομέλεια για να συνεδριάσει υπό την προεδρία του Γ΄ Αντιπροέδρου αυτής κ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΝΕΡΑΝΤΖΗ.
ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Αναστάσιος Νεράντζης): Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, αρχίζει η συνεδρίαση.
Εισερχόμεθα στην ημερήσια διάταξη της
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Συνέχιση της συζήτησης επί της αρχής, των άρθρων και του συνόλου του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Εξωτερικών: «Κύρωση της Συνθήκης της Λισσαβώνας που τροποποιεί τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, τη Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και ορισμένες συναφείς πράξεις».
Συνεχίζουμε τον κατάλογο των ομιλητών Βουλευτών.
Το λόγο έχει η Βουλευτής Επικρατείας της Νέας Δημοκρατίας κ. Πατριανάκου.
Έχετε το λόγο, κυρία Πατριανάκου.
ΦΕΒΡΩΝΙΑ ΠΑΤΡΙΑΝΑΚΟΥ: Κύριε Πρόεδρε, κυρία και κύριοι συνάδελφοι, το όραμα της Ενωμένης Ευρώπης γεννήθηκε πάνω στο θάνατο και στα ερείπια που άφησε πίσω της η πολιτική του εθνικού φανατισμού και της μισαλλοδοξίας. Η πορεία στην υλοποίηση του μεγαλύτερου εγχειρήματος στην παγκόσμια ιστορία δείχνει να είναι αργή και επώδυνη, αλλά παραμένει σταθερή προς τον οραματικό στόχο της Ευρώπης, των λαών και των ανθρώπων. Η πορεία προς την Ενωμένη Ευρώπη δείχνει να συναντά σθεναρές αντιδράσεις στην πορεία της από αυτόνομες εθνικές στρατηγικές που αρνούνται να ξεφύγουν από τη λογική δημιουργίας σφαιρών επιρροής και κοντόφθαλμων συμμαχιών.
Ταυτόχρονα, πανίσχυροι γραφειοκρατικοί μηχανισμοί κατά γενική ομολογία υποκατέστησαν και επιβράδυναν την εφαρμογή πολιτικών δράσεων στην κατεύθυνση της ουσιαστικής ενοποίησης. Η διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης με νέα κράτη-μέλη, χωρίς παράλληλη εμβάθυνση της δημοκρατικής λειτουργίας της, δημιούργησε νέες πολλαπλές αγκυλώσεις. Το έλλειμμα ενημέρωσης των πολιτών ως προς τις πολιτικές δράσεις, τα θεσμικά όργανα, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη συμμετοχή της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση οδήγησαν στην αποξένωση των πολιτών από τις κοινοτικές δράσεις.
Η αποτυχημένη προσπάθεια της Συνταγματικής Συνθήκης οδήγησε στη ρεαλιστική Συνθήκη της Λισσαβώνας, που τροποποιεί τις προγενέστερες, τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Συνθήκη περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Εγκαταλείποντας κοινά σύμβολα, Σύνταγμα, σημαία, ύμνο, αλλά και αναφορές σε ορολογίες, όπως Υπουργός Εξωτερικών, καθησυχάζονται οι φόβοι των κρατών-μελών περί απώλειας της εθνικής τους ταυτότητας.
Ταυτόχρονα, με την προς κύρωση συνθήκη ενισχύονται υπερεθνικοί θεσμοί, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η Επιτροπή. Ενισχύεται το άμεσα δημοκρατικά εκλεγμένο και πλέον αντιπροσωπευτικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μέσα από την τροποποίηση πενήντα άρθρων της συνθήκης. Ενισχύεται το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μετατρέπεται σε όργανο της Ένωσης, υιοθετείται η ρήτρα αλληλεγγύης και μπαίνουν οι βάσεις για κοινή αμυντική πολιτική. Αποτελεί, όμως, κατά την άποψή μου, κορυφαίο βήμα ο νομικά δεσμευτικός πλέον Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, ο οποίος έχει το ίδιο νομικό κύρος όπως οι συνθήκες και μέσα από τα κεφάλαιά του «Αξιοπρέπεια», «Ελευθερίες», «Ισότητα», «Αλληλεγγύη», «Δικαιώματα των Πολιτών», «Δικαιοσύνη» καλύπτει το σύνολο των δικαιωμάτων του ανθρώπου που οφείλει κάθε σύγχρονη δημοκρατία να υπηρετεί με θρησκευτική προσήλωση.
Αποτελεί κορυφαία πολιτική επιλογή το νέο τροποποιημένο άρθρο 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, το οποίο δέχθηκε τα πυρά της αριστερής κριτικής με το πρόσχημα της αναφοράς σε άκρως ανταγωνιστική κοινωνική οικονομία της αγοράς. Είναι ένα άρθρο στο οποίο γίνεται ρητή αναφορά στην αειφόρο ανάπτυξη, στην ισόρροπη οικονομική ανάπτυξη με σταθερότητα τιμών, με άκρως ανταγωνιστική κοινωνική οικονομία της αγοράς και στόχο την πλήρη απασχόληση, την κοινωνική πρόοδο, το υψηλό επίπεδο προστασίας και βελτίωσης της ποιότητας του περιβάλλοντος. Η πεμπτουσία μιας πολιτικής προς όφελος της κοινωνίας των πολιτών γίνεται με την υιοθέτηση της αειφόρου ανάπτυξης και της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς. Εισάγεται η έννοια της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς, δηλαδή η υιοθέτηση του τρίτου δρόμου κατά τον Αμερικανό διανοητή Τζέρεμι Ρίφκιν, όπου το παραγόμενο οικονομικό αποτέλεσμα συσχετίζεται άμεσα με την τοπική κοινότητα και αναπτύσσει δυνάμεις κοινωνικής αλληλεγγύης πέραν της παραγόμενης οικονομικής δραστηριότητας. Η ευρωπαϊκή προοπτική για μια ακόμη φορά επιχειρεί να ξεφύγει από το φαύλο κύκλο του διαρκώς αυξανόμενου κέρδους και να ανοίξει τη διασύνδεσή του με το κοινωνικό αποτέλεσμα σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον. Οι απαντήσεις στα καρτέλ, στις εναρμονισμένες πρακτικές, στις στρεβλώσεις της αγοράς είναι η εισαγωγή των εννοιών της κοινωνικής οικονομίας, της προστασίας του περιβάλλοντος, της καταπολέμησης του κοινωνικού αποκλεισμού και των διακρίσεων, της κοινωνικής δικαιοσύνης.
Οφείλουμε όλοι να κατανοήσουμε ότι με το εγχείρημα της Ενωμένης Ευρώπης οι λαοί δεν εκχωρούν δικαιώματά τους σε απομακρυσμένα κέντρα λήψης αποφάσεων αλλά αντιθέτως μέσω της συμμετοχής και των κοινών δράσεων μπορούν να συνδιαμορφώνουν το μέλλον. Δεν αλλάζουμε την τριτοβάθμια εκπαίδευσή μας γιατί μας το επιβάλλει η Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά γιατί εάν θέλουμε να διαδραματίσουμε ενεργό ρόλο στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, θα πρέπει πρώτα από όλα μέσω της παιδείας μας να ισχυροποιήσουμε τις επιδόσεις μας στην έρευνα, στην τεχνολογία, στον πολιτισμό, να ανοίξουμε νέους δρόμους σκέψης, να ηγούμαστε στις νέες προκλήσεις, στα ηθικά διλήμματα και στα κοινωνικά ρεύματα που θα διαμορφώσουν το μέλλον μας.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η Ευρώπη που είναι σταθερά προσηλωμένη στο σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στην ειρήνη, στην ασφάλεια, στην αλληλεγγύη των λαών και των πολιτών, στην αειφόρο ανάπτυξη του πλανήτη αλλά και στην εξάλειψη της φτώχειας, είναι η Ευρώπη που προσδοκούν οι λαοί της, είναι η Ενωμένη Ευρώπη που οι είκοσι επτά κυβερνήσεις συμφώνησαν με τη Συνθήκη της Λισσαβώνας, είναι η Ευρώπη των κρατών-μελών, εφόσον όλοι συναινέσουν θεσμικά. Η Ελλάδα της δημοκρατίας και του πνεύματος, για μια ακόμη φορά θα πρωτοστατήσει στο διαρκές εγχείρημα της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Σας ευχαριστώ.
(Χειροκροτήματα από την πτέρυγα της Νέας Δημοκρατίας)
ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Αναστάσιος Νεράντζης): Η κ. Μπουζάλη έχει το λόγο.
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΜΠΟΥΖΑΛΗ: Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, το 1952 ο μεγάλος οραματιστής της Ευρωπαϊκής ενοποίησης Ζαν Μονέ, είχε πει την ιστορική φράση «Δεν συνασπίζουμε κράτη αλλά ενώνουμε λαούς». Είναι μια φράση ουσιαστική, μεστή, με ιδιαίτερη βαρύτητα, αφού μισό αιώνα αργότερα και αφού προηγουμένως η Ευρώπη αντιμετώπισε σημαντικές προκλήσεις, άλλαξε επιτυγχάνοντας το ανώτερο επίπεδο οικονομικής ολοκλήρωσης αλλά και αναζητώντας το δρόμο της προς την πολυπόθητη πολιτική ενοποίηση.
Με αφετηρία την ίδρυση Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα το 1951, η οποία αποτέλεσε και θεμέλιο λίθο του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, η Ευρώπη μπήκε στους ρυθμούς της ευρωπαϊκής ενοποίησης, με σταθμούς την δημιουργία της Ε.Ο.Κ., το σχέδιο Σπινέλι, την ενιαία ευρωπαϊκή πράξη, τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, τη Συνθήκη του Άμστερνταμ, τη Συνθήκη της Νίκαιας, τη Συνθήκη για τη θέσπιση του Συντάγματος της Ευρώπης και τελικά τη σημερινή υπό κύρωση Συνθήκη της Λισσαβώνας. Είναι ιστορικοί σταθμοί που έντυσαν με τη συμβολή τους το όραμα και την πορεία των λαών της Ευρώπης προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.
Αντιλαμβάνεσθε ότι η σημερινή ημέρα έχει ξεχωριστή σημασία, γιατί καλούμεθα να ψηφίσουμε το κείμενο που ουσιαστικά τροποποιεί τις δύο βασικές συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Με τη σημερινή συζήτηση καλούμεθα επί της ουσίας να εκφράσουμε άποψη για το περιεχόμενο και τους στόχους της νέας συνθήκης, μιας συνθήκης που αποτέλεσε καρπό των διαπραγματεύσεων που πραγματοποιήθηκαν ανάμεσα στις χώρες-μέλη το Δεκέμβριο του 2007, τερματίζοντας έτσι πολυετείς διαπραγματεύσεις σχετικά με θεσμικά ζητήματα που δεν επιλύθηκαν από τη Συνθήκη για το Ευρωσύνταγμα.
Η Συνθήκη της Λισσαβώνας είναι ένα ισορροπημένο, ρεαλιστικό κείμενο αυξημένου κύρους. Μπορεί να μην καλύπτει πλήρως όλα τα κενά και τις αδυναμίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή ακόμη και να εγκαταλείπει τη συνταγματική ορολογία της προηγούμενης συνθήκης για το Ευρωσύνταγμα, όμως, αρκετές από τις βασικές πρόνοιες της προηγούμενης συνθήκης έχουν συμπεριληφθεί στη νέα μεταρρυθμιστική Συνθήκη, η οποία στο σύνολό της δείχνει να ενισχύει την δημοκρατική νομιμότητα, τη δημοσιονομική διαφάνεια και την αποτελεσματικότητα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και συνάμα να προωθεί τις αρχές, τις αξίες και τις πολιτικές.
Ειδικότερα, η νέα Συνθήκη της Λισσαβώνας ενισχύει περαιτέρω το δημοκρατικό αίσθημα και τη νομιμότητα στη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέσα από την ενίσχυση του ρόλου, των εξουσιών και της λειτουργίας του Κοινοβουλίου. Απευθείας εκλογή από τους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενισχυμένης εξουσίας σε θέματα νομοθεσίας, προϋπολογισμού, διεθνών συμφωνιών και αυξημένη χρήση της διαδικασίας συναπόφασης στην άσκηση πολιτικής. Επίσης, μεγαλύτερη συμμετοχή των Εθνικών Κοινοβουλίων, επικουρικότητα, περισσότερες ευκαιρίες συμμετοχής των Εθνικών Κοινοβουλίων στις εργασίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσα από ένα νέο μηχανισμό που θα διασφαλίζει ότι η Ένωση ενεργεί μόνο στις περιπτώσεις που μπορούν να επιτευχθούν καλύτερα αποτελέσματα σε κοινοτικό επίπεδο. Έχουμε την ενίσχυση της φωνής των πολιτών μέσα από την αναγνώριση του δικαιώματος της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας, όπου 1.000.000 τουλάχιστον πολίτες σε περισσότερα από ένα κράτη-μέλη έχουν τη δυνατότητα να ζητήσουν από την Επιτροπή να αναλάβει νομοθετική δράση. Το ξεκαθάρισμα των αρμοδιοτήτων μεταξύ των κρατών-μελών και Ευρωπαϊκής Ένωσης και αναγνώριση της δυνατότητας αποχώρησης κρατών-μελών από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Προωθεί την ιδέα για αποτελεσματικότερη Ευρώπη, μέσα από την αποτελεσματική και αποδοτική λήψη αποφάσεων, δηλαδή την επέκταση της ειδικής πλειοψηφίας στο Συμβούλιο και σε νέους τομείς, έτσι ώστε η διαδικασία να είναι ταχύτερη αλλά και αποτελεσματική. Έτσι, από το 2014 η ειδική πλειοψηφία θα υπολογίζεται σύμφωνα με τη διττή πλειοψηφία κρατών-μελών αλλά και πληθυσμού. Την δημιουργία ενός σταθερότερου και πιο απλουστευμένου θεσμικού πλαισίου. Καθιερώνεται το αξίωμα του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου με θητεία δυόμισι ετών και με σημαντικές αρμοδιότητες. Τη διαρκή βελτίωση της ζωής των Ευρωπαίων πολιτών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποκτά περισσότερες δυνατότητες συμμετοχής σε τομείς πολιτικής, όπως η καταπολέμηση της τρομοκρατίας, η ενέργεια, η δημόσια υγεία, το περιβάλλον, η έρευνα, η εδαφική συνοχή, ο τουρισμός, η διοικητική συνεργασία.
Αναγνωρίζει, σέβεται και υπερασπίζεται τις αξίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής μέσα από τον καθορισμό, τη στήριξη των αξιών και των στόχων της, τη διατήρηση των κεκτημένων δικαιωμάτων, δηλαδή την εγγύηση των ελευθεριών και των αρχών που καθορίζει ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων σχετικά με τα αστικά, πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματα. Την εξασφάλιση της αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών-μελών, τη διασφάλιση της ελευθερίας των πολιτών, την προώθηση της ενισχυμένης ασφάλειας για όλους τους Ευρωπαίους στους τομείς της ελευθερίας, της ασφάλειας και της δικαιοσύνης.
Ενισχύει την παρουσία και τη φωνή της Ευρώπης στη διεθνή σκηνή, μέσα από τη θέσπιση της θέσης του Ύπατου Εκπροσώπου της Ένωσης, για θέματα εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας. Τη νέα Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης που θα συνδράμει και θα υποστηρίξει τον Ύπατο Εκπρόσωπο στο έργο του, την απόκτηση ενιαίας νομικής προσωπικότητας, η οποία θα ενισχύσει διεθνώς την αποτελεσματικότητα αλλά και τη διαπραγματευτική της δύναμη.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, με την κύρωση του κειμένου της Συνθήκης της Λισσαβώνας θα σηματοδοτηθούν μελλοντικές, θετικές εξελίξεις για την περαιτέρω ενοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι εξελίξεις με διεθνείς προεκτάσεις, όχι μόνο για την κοινή πορεία των κρατών-μελών αλλά και των λαών, των πολιτών, της πολιτικής και της οικονομικοκοινωνικής και πολιτιστικής τους ζωής.
Γι’ αυτούς τους λόγους υπερψηφίζω το κείμενο της συνθήκης και καλώ και εσάς να πράξετε ανάλογα.
(Χειροκροτήματα από την πτέρυγα της Νέας Δημοκρατίας)
ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Αναστάσιος Νεράντζης): Ο κ. Γείτονας έχει το λόγο.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΓΕΙΤΟΝΑΣ: Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, πραγματικά δύσκολο και επίπονο το εγχείρημα για την πολιτική ένωση κρατών και λαών, που ναι μεν έχουν κοινές αξίες και στόχους, αλλά έχουν και διαφορετικές αφετηρίες, συμφέροντα, ιδιαιτερότητες και πολιτισμική πολυμορφία. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση απαιτεί υπομονή, αλλά πιστεύω και αρετή και τόλμη, ιδιαίτερα από τις ηγεσίες. Όμως, πρέπει να βαδίσουμε αυτόν το δρόμο, γιατί είναι ο σωστός για το συμφέρον των Ευρωπαϊκών λαών, για το δικό μας συμφέρον, για το συμφέρον του κόσμου. Γιατί η Ενωμένη Ευρώπη είναι δύναμη ειρήνης, δημοκρατίας, ελευθερίας.
Το ιστορικό είναι γνωστό. Δεν ευοδώθηκε η διαδικασία για τη θεσμοθέτηση και την έγκριση της Συνταγματικής Συνθήκης. Εμείς την είχαμε κυρώσει το 2005. Υπήρξαν τα απορριπτικά δημοψηφίσματα στη Γαλλία και στην Ολλανδία. Πιστεύω ότι ήταν μια αντίδραση των λαών, των πολιτών, κατ’ αρχάς στην έλλειψη ενημέρωσης. Έπαιξε ρόλο κυρίως η ευρωφοβία από το ότι πάρθηκαν σοβαρές αποφάσεις, όπως η διεύρυνση, που οι λαοί θεώρησαν ότι έγινε ερήμην τους αλλά και η αγανάκτηση από τα κακώς κείμενα. Υπήρχαν πολλά προβλήματα με την ανεργία, τη φτώχεια, τη μετανάστευση, τα οποία οι λαοί απέδωσαν και όχι αδικαιολόγητα –μάλλον τα χρέωσαν- στην αδυναμία και αναποτελεσματικότητα της Ένωσης.
Εν πάση περιπτώσει, ύστερα από μια περίοδο αμηχανίας, εκνευρισμού και αμφιταλάντευσης ηγεσιών και γραφειοκρατίας ξεκίνησε πάλι συζήτηση και φτάσαμε σήμερα στη μεταρρυθμιστική Συνθήκη της Λισσαβώνας. Αν μπορούσε να την κρίνει κανείς με μια κουβέντα, ασφαλώς θα έλεγε ότι είναι ένα βήμα μπροστά από τη Νίκαια, αλλά βήματα πίσω από το Ευρωσύνταγμα που ήταν για μένα η πραγματική γέφυρα μετάβασης στην πολιτική Ένωση.
Δυστυχώς και σήμερα η συζήτηση δεν γίνεται σε ιδανική περίοδο, συγκυρία. Έχουμε την οικονομική κρίση που μαστίζει τους φτωχότερους στην Ευρώπη. Αναφέρομαι επίσης και στην πρόσφατη προώθηση οδηγίας, για την κατάργηση του σαρανταοκταώρου. Όλα αυτά εκτρέφουν νέα ευρωφοβία.
Εμείς ψηφίσουμε υπέρ της Κύρωσης της συνθήκης –το έχουμε πει- και ζητάμε να γίνει με παράλληλη εφαρμογή, συντρέχουσα εφαρμογή των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 28 του Συντάγματος. Θέλουμε να διακηρυχθεί και να γίνει η κύρωση με πλειοψηφία 3/5, καθώς πέρα από τον περιορισμό στην άσκηση εθνικής κυριαρχίας έχουμε οπωσδήποτε και εκχώρηση αρμοδιοτήτων.
Επίσης, πιστεύουμε ότι –εκτιμώντας ότι δεν έγινε δημόσιος διάλογος, ενώ το μήνυμα από τα απορριπτικά δημοψηφίσματα, αλλά και από τις αντιδράσεις σε όλη την Ευρώπη, ήταν ότι υπάρχει έλλειμμα ενημέρωσης- θα πρέπει να γίνει και δημοψήφισμα και μετά την κύρωση από τη Βουλή. Να ενημερωθούν οι πολίτες σε βάθος. Ακούγεται σε κάποιους περίεργο, αλλά είναι δημοκρατικό.
Δεν έχω χρόνο για να αναφερθώ στη Συνθήκη της Λισσαβώνας λεπτομερειακά. Είπα και επαναλαμβάνω ότι είναι ένα βήμα μπροστά. Δεν είναι αυτό που θέλαμε και αφήνει άλυτα προβλήματα. Αφήνει πολλά ελλείμματα, ιδιαίτερα όσον αφορά την κοινωνική πολιτική, τα θέματα της κοινωνικής συνοχής. Δεν καλύπτει το μεγάλο για μένα έλλειμμα, που έχει σχέση και με την οικονομική συγκυρία, κύριε Υπουργέ, και αφορά τον πολιτικό έλεγχο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Όμως έχει η μεταρρυθμιστική συνθήκη σημαντική –και σ’ αυτό μέσα στο υπόλοιπο λεπτό θα τοποθετηθώ- υπεραξία όσον αφορά την ενίσχυση του δημοκρατικού χαρακτήρα της Ένωσης.
Τι εννοώ; Αναβαθμίζεται και ο ρόλος και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των Εθνικών Κοινοβουλίων. Ενισχύεται η διακοινοβουλευτική συνεργασία. Τα Εθνικά Κοινοβούλια αποκτούν δικαιώματα να ενημερώνονται απευθείας από τα κοινοτικά όργανα χωρίς τη μεσολάβηση των κυβερνήσεων.
Θεωρώ, επίσης, ιδιαίτερα σημαντική την εγκαθίδρυση μηχανισμού ελέγχου από τα Εθνικά Κοινοβούλια. Όσον αφορά στην συμβατότητα των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας σε σχέση με τις νομοθετικές προτάσεις.
Έχω τονίσει επανειλημμένα από αυτό εδώ το Βήμα της Βουλής ότι οι κοινοτικές οδηγίες πια διαμορφώνουν το εσωτερικό μας δίκαιο σε μεγάλο βαθμό και ότι μέχρι τώρα ο ρόλος της Βουλής είναι διεκπεραιωτικός, απλά τυπικός στην ενσωμάτωση οδηγιών.
(Στο σημείο αυτό κτυπάει το κουδούνι λήξεως του χρόνου ομιλίας του κυρίου Βουλευτή)
Θα πρέπει να υπάρξει ενεργός συμμετοχή –και τώρα νομίζω δίνεται η ευκαιρία- των Εθνικών Κοινοβουλίων στα δρώμενα στην Ευρώπη. Και αυτό μικραίνει το δημοκρατικό έλλειμμα.
Ζητούμενο τώρα –και με αυτό τελειώνω, κύριε Πρόεδρε- είναι η αναδιάρθρωση των υπηρεσιών μας, έτσι ώστε να ανταποκριθούμε σ’ αυτόν το ρόλο. Αυτό είναι μεγάλη πρόκληση για όλους -και για μας τους Βουλευτές αλλά και για το Προεδρείο- και πιστεύω ότι θα ανταποκριθούμε.
Ευχαριστώ πολύ.
(Χειροκροτήματα από την πτέρυγα του ΠΑ.ΣΟ.Κ.)
ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Αναστάσιος Νεράντζης): Ευχαριστούμε, κύριε Γείτονα.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, έχω την τιμή να ανακοινώσω στο Σώμα ότι τη συνεδρίασή μας παρακολουθούν από τα άνω δυτικά θεωρεία, αφού προηγουμένως ξεναγήθηκαν στους χώρους του Μεγάρου της Βουλής των Ελλήνων, ενενήντα σπουδαστές και σπουδάστριες και δύο συνοδοί-αξιωματικοί από τη Σ.Τ.Υ.Α., Σχολή Τεχνικών Υπαξιωματικών Αεροπορίας.
Η Βουλή τους καλωσορίζει.
(Χειροκροτήματα από όλες τις πτέρυγες της Βουλής)
Εξηγούμε στους επισκέπτες μας ότι συζητάμε σχέδιο νόμου για την κύρωση της Συνθήκης της Λισσαβώνας που τροποποιεί τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Υπέρ της κυρώσεως της Συνθήκης αυτής έχει ταχθεί η κυβερνητική παράταξη, καθώς και η Αξιωματική Αντιπολίτευση, εναντίον της τα υπόλοιπα κοινοβουλευτικά κόμματα.
Το λόγο έχει η Βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας στη Β΄ Περιφέρεια της Αθήνας κ. Κατερίνα Παπακώστα-Σιδηροπούλου.
ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑ-ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΥ: Ευχαριστώ πολύ, κύριε Πρόεδρε.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η μεταρρυθμιστική Συνθήκη της Λισσαβώνας αποτελεί το αντικείμενο της συζήτησης στην Εθνική μας Αντιπροσωπεία. Η Συνθήκη αυτή είναι αποτέλεσμα πολλών ζυμώσεων, πολλών προσπαθειών και αναμφισβήτητα αποτελεί ένα βήμα προόδου όχι μόνο για την πατρίδα μας, την Ελλάδα αλλά και για τις χώρες της Ένωσης γενικότερα.
Θα προσπαθήσω πολύ σύντομα και κωδικοποιημένα να σταθώ σε μερικά σημεία αυτής της μεταρρυθμιστικής Συνθήκης της Λισσαβώνας που νομίζω ότι έχουν ιδιαίτερη αξία. Κατ’ αρχάς ενισχύεται η δημοκρατική νομιμοποίηση της Ευρώπης με την ενδυνάμωση του ρόλου των Εθνικών Κοινοβουλίων. Άρα, αυτό είναι μια θετική κατάκτηση. Αναβαθμίζεται ο ρόλος των Εθνικών Κοινοβουλίων και αποκτούν το δικαίωμα ελέγχου της τήρησης της αρχής της επικουρικότητας από τα όργανα της Ένωσης που είναι και το ζητούμενο.
Μια άλλη σημαντική καινοτομία, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, είναι ότι ενισχύεται η συμμετοχή των πολιτών στη δικαιοδοσία λήψης των αποφάσεων, με τη γνωστή νομοθετική πρωτοβουλία που μπορούν να πάρουν ένα εκατομμύριο πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να επηρεάσουν τη διαμόρφωση της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης με αυτόν τον τρόπο.
Επίσης, θα πρέπει να πω ότι μια άλλη σημαντική καινοτομία σ’ αυτήν τη μεταρρυθμιστική Συνθήκη της Λισσαβώνας είναι η ρήτρα της αλληλεγγύης, σύμφωνα με την οποία τα κράτη-μέλη ενεργούν από κοινού, κινητοποιώντας τα μέσα που από κοινού διαθέτουν σε περίπτωση που ένα κράτος-μέλος δεχθεί ή τρομοκρατική επίθεση ή πληγεί από φυσική ή ανθρωπογενή καταστροφή. Φυσικές καταστροφές βεβαίως, όπως οι πυρκαγιές, οι σεισμοί, που πρόσφατα και η χώρα μας είχε το θλιβερό προνόμιο να ζήσει, εντάσσονται μέσα στη ρήτρα της αλληλεγγύης ανάμεσα στις χώρες της Ένωσης.
Πρέπει να πω ότι ένα άλλο σημείο στο οποίο εστιάζω ιδιαίτερα την προσοχή μου, παρουσιάζοντας τη θέση μου στην Εθνική Αντιπροσωπεία και δικαιολογώντας τη θετική μου ψήφο υπέρ της μεταρρυθμιστικής Συνθήκης της Λισσαβώνας είναι το θέμα ότι η μεταρρυθμιστική Συνθήκη της Λισσαβώνας εμπεριέχει το Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, όπου αυτός ο Χάρτης πλέον έχει νομικά δεσμευτικό χαρακτήρα και αυτό είναι εξόχως σημαντικό στην εποχή που ζούμε.
Ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων αποτελείται κατά κύριο λόγο από δικαιώματα και ελευθερίες που έχουν κατοχυρωθεί από τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε διάφορα άλλα ευρωπαϊκά έγγραφα, όπως στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.
Προσθέτει όμως ορισμένες φιλόδοξες αρχές και αυτό επίσης είναι πάρα πολύ σημαντικό. Ποιες είναι αυτές οι φιλόδοξες αρχές; Είναι παραδείγματος χάριν το δικαίωμα στην επαγγελματική κατάρτιση και την προστασία της υγείας, προσδιορίζοντας όμως ότι τα δικαιώματα αυτά έχουν νόημα και ουσία μόνο στην περίπτωση που ισχύουν και εφαρμόζονται ήδη στα κράτη-μέλη.
Πρέπει να σας πω ότι με τη ρητή αναφορά σε άρθρο της συνθήκης ότι η Ένωση αναγνωρίζει τα δικαιώματα, τις ελευθερίες και τις αρχές της Χάρτας των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, οι Ευρωπαίοι πολίτες, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, θα έχουν το δικαίωμα να προσφύγουν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για παραβίαση των θεμελιωδών τους δικαιωμάτων.
Οι αλλαγές αυτές, λοιπόν, και ο δεσμευτικός χαρακτήρας της ισχύος των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς –και αυτό έχει ιδιαίτερη αξία- αναμένεται να επηρεάσει θετικά τις ζωές των Ευρωπαίων πολιτών.
Πρέπει βεβαίως να σας πω τι προστίθεται -στο σύντομο χρονικό διάστημα που έχω στη διάθεσή μου- σ’ αυτήν τη μεταρρυθμιστική συνθήκη, την οποία καλούμαστε όλα τα Κοινοβούλια των χωρών της Ένωσης να επικυρώσουμε και να συνυπογράψουμε.
Από αυτά τα οποία προστίθενται, επιλέγω να αναφέρω την παράγραφο εκείνη η οποία αφορά τις σχέσεις με τον υπόλοιπο κόσμο, του άρθρου που αναφέρεται στους στόχους της Ένωσης και λέει «Η Ένωση συμβάλλει στην προστασία των πολιτών της».
Μια νέα νομική βάση προστίθεται επίσης για την κοινή ενεργειακή πολιτική, στην οποία συμμετέχει πλέον ενεργά η χώρα μας μετά από τη σπουδαία, τη στρατηγική πολιτική για την ενέργεια, την οποία έχει χαράξει ο Πρωθυπουργός της χώρας Κώστας Καραμανλής.
Επίσης, η προστασία του περιβάλλοντος συμπληρώνεται με μια μνεία για την αλλαγή του κλίματος. Προστίθεται ένα πρωτόκολλο για τις δημόσιες υπηρεσίες, στο οποίο υπογραμμίζεται η σημασία των υπηρεσιών γενικού συμφέροντος και δίνεται έμφαση και ιδιαίτερη αξία στις κοινές αξίες της Ένωσης. Γίνεται επίσης ρητή αναφορά στον ουσιαστικό ρόλο και στα μεγάλα περιθώρια κινήσεων που έχουν οι εθνικές, περιφερειακές και τοπικές αρχές.
Επίσης, προστίθενται κριτήρια που πρέπει να πληρούν οι υποψήφιες για ένταξη χώρες, δηλαδή πρώτα απ’ όλα η υποχρέωση να αποκτήσουν σταθερούς θεσμούς που να εγγυώνται το κράτος δικαίου, να εγγυώνται τη δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα, το σεβασμό και την προστασία των ενοτήτων.
Η δεύτερη προϋπόθεση είναι η βιώσιμη οικονομία της αγοράς. Η τρίτη προϋπόθεση είναι η ικανότητα ανάληψης των υποχρεώσεων που απορρέουν από την ένταξη και βεβαίως, η προϋπόθεση ότι η συνθήκη διευκρινίζει ότι λαμβάνονται υπ’ όψιν τα κριτήρια επιλεξιμότητας, τα οποία έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο συμφωνίας στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και βέβαια η ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης που είναι κάθε πρόσωπο που έχει την υπηκοότητα κράτους-μέλους. Η ιθαγένεια της Ένωσης προστίθεται στην εθνική ιθαγένεια και δεν την αντικαθιστά.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, για όλους αυτούς τους λόγους και για όσους δεν πρόλαβα να εκθέσω –συνεπεία του χρόνου- και βεβαίως για τις αρχές και τις αξίες και για όλα εκείνα τα δικαιώματα που προστατεύει αυτή η μεταρρυθμιστική Συνθήκη της Λισσαβώνας δίνω θετική ψήφο. Υπερψηφίζω τη μεταρρυθμιστική συνθήκη και νομίζω ότι αυτό είναι επ’ ωφελεία της χώρας, επ’ ωφελεία της Ένωσης, επ’ ωφελεία της κοινωνίας των πολιτών.
Σας ευχαριστώ.
ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Αναστάσιος Νεράντζης): Ευχαριστώ κι εγώ, κυρία Παπακώστα.
Το λόγο έχει ο Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. κ. Φώτης Κουβέλης.
ΦΩΤΗΣ ΚΟΥΒΕΛΗΣ: Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, μισό αιώνα μετά την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι δυνάμεις που διαχειρίζονται την πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης απέτυχαν να δώσουν την αναγκαία ώθηση. Οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές με την εξάπλωση της επισφαλούς εργασίας, τη συμπίεση των μισθών, την υψηλή ανεργία και τη φτώχεια, την υποβάθμιση του κοινωνικού κράτους αλλά και το έλλειμμα δημοκρατικής λειτουργίας εντείνουν την κοινωνική ανασφάλεια και απομακρύνουν την Ευρωπαϊκή Ένωση από τους πολίτες.
Η Συνθήκη της Λισσαβώνας είναι γνωστό ότι υποκαθιστά την απορριφθείσα Συνταγματική Συνθήκη, το λεγόμενο «Ευρωσύνταγμα». Η νέα συνθήκη τροποποιεί τις υπάρχουσες ευρωπαϊκές συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Πρόκειται ουσιαστικά για την πρόταση της Γερμανικής Προεδρίας, όπως αυτή τροποποιήθηκε και εγκρίθηκε στη Σύνοδο Κορυφής τον Ιούνιο του έτους 2007, μετά τις αντιπαραθέσεις που υπήρξαν τότε ανάμεσα στη Γερμανία και τη Γαλλία –από τη μια πλευρά- και τη Βρετανία και την Πολωνία από την άλλη. Στη συνέχεια, συζητήθηκε στη Διακυβερνητική Διάσκεψη, εγκρίθηκε και υπεγράφη σε συνόδους κορυφής.
Η νέα Ευρωπαϊκή Συνθήκη είναι στην κατεύθυνση του προηγουμένου σχεδίου Συνταγματικής Συνθήκης. Προέρχεται από Διακυβερνητική Διάσκεψη και όχι από Συντακτική Συνέλευση. Δεν χρησιμοποιεί βέβαια τον όρο «Σύνταγμα» και δεν υπάρχει μνεία συμβόλων της Ένωσης. Προβλέπεται Πρόεδρος με θητεία δυόμισι ετών, ανανεώσιμη θητεία άπαξ, για μια φορά, αντί του εναλλασσομένου ανά εξάμηνο. Διατηρείται ο υπάρχων τίτλος «Ύπατος Εκπρόσωπος» αντί του «Υπουργού Εξωτερικών».
Επεκτείνονται οι αρμοδιότητες του Ευρωκοινοβουλίου, το οποίο θα έχει επτακόσιες πενήντα έδρες αντί των επτακοσίων ογδόντα πέντε. Οι αποφάσεις, βέβαια, θα συνεχίσουν να λαμβάνονται με ομοφωνία σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, άμυνας και ασφάλειας και διευρύνεται το πεδίο λήψης αποφάσεων με ειδική πλειοψηφία στα θέματα δικαιοσύνης και εσωτερικής ασφάλειας.
Η Βρετανία και η Ιρλανδία θα έχουν τη δυνατότητα αυτοεξαίρεσης. Στην κατανομή των αρμοδιοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα υπάγονται τα θέματα τελωνειακής ένωσης, ανταγωνισμού, νομισματικής πολιτικής και εμπορίου, ενώ θα μοιράζονται τις αρμοδιότητες η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη-μέλη στα θέματα κοινωνικής πολιτικής, ενέργειας, εσωτερικής αγοράς και έρευνας.
Προβλέπεται η δυνατότητα ενισχυμένης συνεργασίας από ομάδα τουλάχιστον εννέα κρατών, δηλαδή το 1/3, ενώ ταυτόχρονα είναι δυνατή η αυτοεξαίρεση από αποφάσεις. Με υπογραφές ενός εκατομμυρίου πολιτών η επιτροπή υποχρεούται να επεξεργαστεί σχέδιο απόφασης.
Η Χάρτα Θεμελιωδών Δικαιωμάτων δεν αποτελεί μέρος της συνθήκης. Θα είναι όμως δεσμευτική με βάση δήλωση. Αυτοεξαιρούνται η Βρετανία και η Πολωνία.
Η συνθήκη δεν περιλαμβάνει τις πολιτικές ανταγωνισμού, αγοράς, γεωργίας και Ο.Ν.Ε., αλλά τις διατηρεί στις παλαιές συνθήκες όπου βρίσκονται. Αναφέρεται, όμως, στην άκρως ανταγωνιστική οικονομία της αγοράς.
Η συνθήκη δεσμεύει τα κράτη-μέλη να βελτιώσουν –ακούστε- τις στρατιωτικές τους δυνατότητες. Θεωρεί το ΝΑΤΟ ως θεμέλιο της συλλογικής άμυνας και όργανο εφαρμογής της. Ωθείται δηλαδή με άλλα λόγια η Ένωση σε στρατιωτικοποίηση. Ωθείται να αποκτήσει ένα συγκεκριμένο χαρακτήρα, αναφορικά με το κρίσιμο αυτό θέμα.
Δίνεται η δυνατότητα ανάληψης αυτόνομης στρατιωτικής δράσης σε άλλες χώρες και μάλιστα χωρίς αποφάσεις του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Γι’ αυτόν το σκοπό τα μέλη καλούνται –επί λέξει- να βελτιώσουν τις αμυντικές τους δυνατότητες. Προκειμένου να μην μπορεί ένα κράτος-μέλος να εμποδίσει τέτοιες δράσεις, η συνθήκη προβλέπει τη δυνατότητα ομάδες χωρών να λειτουργούν με την έγκριση του Συμβουλίου ξεχωριστά.
Η στρατιωτική συνεργασία δίνει τη δυνατότητα και σε στρατιωτικές επεμβάσεις σε χώρες-μέλη, βάσει της λεγόμενης ρήτρας αλληλεγγύης. Είναι φανερό ότι η κοινή εξωτερική πολιτική και η πολιτική άμυνας αποσκοπεί σε αναβάθμιση του ρόλου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη συνεργασία της με τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η μεταρρυθμιστική συνθήκη δεν έχει δημοκρατικές εγγυήσεις, καθώς δεν προέρχεται από Συντακτική Συνέλευση, δεν έχει λαϊκή νομιμοποίηση, δεν ανταποκρίνεται στο αίτημα για περισσότερο κοινωνική, δημοκρατική και Ενωμένη Ευρώπη.
Αποτελεί μια σύντομη εκδοχή της απορριφθείσας Συνταγματικής Συνθήκης που απέρριπτε την κοινωνική Ευρώπη, καλλιεργούσε τη στρατιωτικοποίηση και τους εξοπλισμούς, συντηρούσε το έλλειμμα δημοκρατίας στη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δέσμευε, όπως και δεσμεύει, την Ευρωπαϊκή Ένωση στο νεοφιλελευθερισμό.
Εδώ θα ήθελα να σταθώ λίγο περισσότερο. Η αρχή του ελεύθερου ανταγωνισμού αναδεικνύεται ως αρχή πρωτεύουσας σημασίας για την οικονομική λειτουργία της Ένωσης και των κρατών-μελών της. Η απάλειψη της ρητής αναφοράς στον ελεύθερο και ανόθευτο ανταγωνισμό ως αρχή συγκρότησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης που υπήρχε στο προηγούμενο λεγόμενο «Ευρωσύνταγμα», δεν αναιρεί τη βασική κατεύθυνση του κειμένου.
Ο ελεύθερος ανταγωνισμός ως αρχή διέπει ολόκληρο το κείμενο, από τον προσδιορισμό της οικονομικής λειτουργίας της Ένωσης μέχρι τις ισχύουσες συμφωνίες, αποφάσεις της Επιτροπής και του Δικαστηρίου, καθώς και άλλων οργάνων.
Χαρακτηριστική είναι και η αναφορά του ελευθέρου εμπορίου στους στόχους –ακούστε- της εξωτερικής πολιτικής της Ένωσης και αναφέρεται και σε μέτρα υπέρ του ελεύθερου ανταγωνισμού στο σχετικό πρωτόκολλο.
Η μεταρρυθμιστική συνθήκη επιβεβαιώνει την προσήλωσή της στις διατάξεις που αφορούν το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης ως πλαίσιο για το συντονισμό –επί λέξει- των δημοσιονομικών πολιτικών των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και στους στόχους της στρατηγικής της Λισσαβώνας.
Ορίζει ως μοναδικό στόχο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας τη σταθερότητα των τιμών, ενώ η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα λειτουργεί σε συνθήκες απόλυτης αυτονομίας με υποχρέωση μόνο ενημέρωσης του Συμβουλίου και του Ευρωκοινοβουλίου, χωρίς όμως να λογοδοτεί σε κανέναν και με διορισμό του διευθυντή της από το Συμβούλιο.
Η νεοφιλελεύθερη αντίληψη χαρακτηρίζει τις διατάξεις της Συνθήκης αυτής και τη χαρακτηρίζει αναφορικά με αγαθά κοινής ωφέλειας και τις υπηρεσίες που τα παρέχουν. Το έργο των δημοσίων υπηρεσιών προσδιορίζεται από τους συντάκτες της μεταρρυθμιστικής συνθήκης ως η παροχή υπηρεσιών γενικού οικονομικού ενδιαφέροντος με τρόπο που να ανταποκρίνεται κατά το δυνατόν στις ανάγκες των καταναλωτών, όπως και πάλι επί λέξει αναφέρει.
Η λειτουργία τους υπόκειται στους κανόνες του ελεύθερου ανταγωνισμού, όπως και η παροχή κρατικής βοήθειας, ενώ τυχόν εξαιρέσεις είναι στη διάκριση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η προώθηση της ανταγωνιστικότητας ορίζεται ως ο κύριος στόχος της ευρωπαϊκής πολιτικής για την έρευνα.
Συναφώς δείτε και την πρόσφατη απόφαση του Συμβουλίου Υπουργών Απασχόλησης, όπου καταργούν, αποδομούν το οκτάωρο και εισηγούνται εξήντα πέντε ώρες εργασίας την εβδομάδα.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η αναζωογόνηση του ευρωπαϊκού οράματος απαιτεί ριζικά διαφορετικές πολιτικές από τις σημερινές, πολιτικές αντίθεσης με το νεοφιλελευθερισμό, για να ξανακερδίσει η Ευρωπαϊκή Ένωση την εμπιστοσύνη των πολιτών και να αποτελέσει ένα διαφορετικό πρότυπο στον πλανήτη. Πρέπει η επιδίωξή μας να είναι η οικοδόμηση μιας ενωμένης, ειρηνικής, δημοκρατικής, κοινωνικής και οικολογικής Ευρώπης, ανεξάρτητης από τις Η.Π.Α..
Σήμερα, η ενοποίηση της Ευρώπης είναι αναγκαία. Η απάντηση στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και την κυριαρχία των Η.Π.Α., που γεννάει όλο και μεγαλύτερη ανασφάλεια, ανισότητες, πολέμους και καταστροφές στο περιβάλλον, απαιτεί όχι μόνο τη διεθνοποίηση των λαϊκών αντιστάσεων, αλλά και των δημοκρατικών διαδικασιών και θεσμών.
Το έδαφος για όλα αυτά είναι πρόσφορο στην Ευρώπη, με τις μεγάλες παραδόσεις του εργατικού κινήματος και των κοινωνικών αγώνων, που έφεραν το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο και τις δημοκρατικές εγγυήσεις του κράτους δικαίου στην καρδιά του σύγχρονου ευρωπαϊκού πολιτισμού.
(Στο σημείο αυτό κτυπάει το κουδούνι λήξεως του χρόνου ομιλίας του κυρίου Βουλευτή)
Μισό λεπτό, κύριε Πρόεδρε.
Εμείς υπερασπιζόμαστε σταθερά τη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης, αλλά με όρους δημοκρατίας και κοινωνικής δικαιοσύνης.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η συζητούμενη Συνθήκη δεν υπηρετεί τη προοπτική μιας τέτοιας Ευρώπης, όπως την προανέφερα. Υπηρετεί μία Ευρώπη η οποία στηρίζεται στον άκρατο νεοφιλελευθερισμό, μία Ευρώπη η οποία, ενώ θα μπορούσε να πρωταγωνιστεί για την ειρήνη, παρωθείται σε στρατιωτικοποίηση. Αυτή η Ευρώπη δεν αφορά τους Ευρωπαίους Πολίτες. Η Ευρώπη που αφορά τους πολίτες της Ευρώπης και της Ελλάδας είναι η Ευρώπη των κοινωνικών δικαιωμάτων, των ατομικών ελευθεριών, η Ευρώπη της συνεργασίας, της ειρήνης, η Ευρώπη που αντιμετωπίζει τα κοινωνικά προβλήματα με σεβασμό, η Ευρώπη η οποία πράγματι μπορεί να διαδραματίσει έναν εξαιρετικά σημαντικό ρόλο μέσα στην παγκόσμια κοινότητα, η οποία σήμερα ταλανίζεται. Και ταλανίζεται από τον άκρατο νεοφιλελευθερισμό, που παράγει επιθετικές πολιτικές, που παράγει όλες αυτές τις εκρηκτικές καταστάσεις φτώχειας που υπάρχουν σε ολόκληρο τον κόσμο.
Καταψηφίζουμε. Και όχι μόνο καταψηφίζουμε, αλλά ταυτόχρονα πιστεύουμε ότι πρέπει να δοθεί η δυνατότητα στον ελληνικό λαό, με έναν τρόπο πρωτογενή πολιτικά και κυρίαρχο, να αποφανθεί, στο πλαίσιο ενός δημοψηφίσματος, γι’ αυτήν τη συνθήκη, η οποία είναι ένα δυναμικό, με αρνητικό περιεχόμενο στοιχείο στην εξέλιξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σας ευχαριστώ.
(Χειροκροτήματα από την πτέρυγα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.)
ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Αναστάσιος Νεράντζης): Ευχαριστώ και εγώ, κύριε Κουβέλη.
Το λόγο έχει ο Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος του Λαϊκού Ορθόδοξου Συναγερμού κ. Αστέριος Ροντούλης.
Ορίστε, κύριε Ροντούλη, έχετε το λόγο.
ΑΣΤΕΡΙΟΣ ΡΟΝΤΟΥΛΗΣ: Ευχαριστώ πολύ, κύριε Πρόεδρε.
Ακούω Βουλευτάς της Νέας Δημοκρατίας, οι οποίοι κάνουν μία προσπάθεια να προβάλουν τη ρήτρα αλληλεγγύης, αναφερόμενοι στο άρθρο 28Α παράγραφος 7.
Είναι ένα θέμα ειδικότερου ελληνικού ενδιαφέροντος, διότι όλοι κατανοούμε τη σημασία της ρήτρας αυτής. Όμως, στη ρητορική που αναπτύσσεται από την πλευρά της Νέας Δημοκρατίας λέγεται μόνο η μισή αλήθεια. Αποκρύβεται η άλλη μισή.
Τι λέει, λοιπόν, αυτή η ρήτρα αλληλεγγύης; Λέει ότι τα κράτη-μέλη θα πρέπει να παράσχουν τη συνδρομή τους με όλα τα μέσα σε ένα άλλο κράτος-μέλος που δέχεται επίθεση ή δέχεται καταστροφές από φυσικά αίτια ή από ανθρωπογενή αίτια. Αυτή είναι η μία πλευρά, είναι η μισή αλήθεια.
Υπάρχει, όμως και η άλλη μισή αλήθεια. Διότι, το άρθρο που σας είπα, το 28Α παράγραφος 7, συνεχίζει και λέει ότι αυτή η ρήτρα αλληλεγγύης δεν έρχεται σε αντίθεση με τις δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει τα κράτη-μέλη έναντι του ΝΑΤΟ. Δηλαδή, ξέρετε τι σημαίνει αυτό, μεθερμηνευόμενο σε απλά ελληνικά; Σημαίνει ότι, εάν η Κύπρος δεχθεί επίθεση από το Λίβανο, βεβαίως, θα υπάρξει συνδρομή. Εάν η Ελλάδα δεχθεί επίθεση από την Αίγυπτο ή από τη Λιβύη, βεβαίως, θα υπάρξει η περιβόητος ευρωπαϊκή συνδρομή.
Μα, το ερώτημα είναι: Εάν δεχθούμε επίθεση από τον εξ ανατολών γείτονα, ποια είδους συνδρομή θα δεχθούμε από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ διατηρούνται, βάσει του άρθρου, οι δεσμεύσεις που τα κράτη-μέλη έχουν έναντι του ΝΑΤΟ;
Και αυτό το πράγμα είναι πάρα πολύ σημαντικό για την ελληνική πραγματικότητα, διότι, κύριε Υφυπουργέ, σας υπενθυμίζω ότι, βάσει των λεγομένων του Καραμανλή του πρεσβυτέρου, τρία ήταν τα μεγάλα επιχειρήματα, βάσει των οποίων θα έπρεπε η χώρα να ενταχθεί στην ευρωπαϊκή οικογένεια. Επιχείρημα πρώτο: η θεμελίωση των δημοκρατικών μας θεσμών. Να το δεχθούμε. Επιχείρημα δεύτερο: η οικονομική ανάπτυξη τη χώρας. Υπήρξε το πρώτο Πακέτο, το δεύτερο Πακέτο, το τρίτο Πακέτο, το τέταρτο Ε.Σ.Π.Α.. Λειτούργησαν και τα τρωκτικά, βέβαια, στην πορεία αυτή, αλλά να το δεχθούμε και αυτό.
Υπήρξε και το τρίτο επιχείρημα: ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση -η Ευρωπαϊκή Κοινότητα τότε- θα λειτουργήσει ως ομπρέλα ασφαλείας έναντι του ελληνικού κράτους. Και αυτό το πράγμα είναι πάρα πολύ σημαντικό, διότι, αν είχε επιτευχθεί, καταλαβαίνουν όλοι πόσοι πόροι θα μπορούσαν να αποδεσμευθούν, πόροι που τώρα πηγαίνουν στους εξοπλισμούς, προκειμένου να ενισχύσουμε την παιδεία -το περιβόητο 5% για την παιδεία- την υγεία, τους φορείς μέριμνας, τους οργανισμούς πρόνοιας της χώρας μας, να θεμελιώσουμε ένα πραγματικό κράτος μέριμνας και πρόνοιας για τους αναξιοπαθούντες συμπολίτες μας.
Άρα, λοιπόν, αυτά είναι πολύ σημαντικά πράγματα. Όμως, η ρήτρα αλληλεγγύης -να σταματήσει η κουβέντα που γίνεται πάνω σ’ αυτό το πράγμα- δεν μας εξασφαλίζει αυτήν την ασπίδα, αυτήν την ασφάλεια, που ευκτέο είναι από την πλευρά μας να έχουμε αυτήν τη συνδρομή από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Και, βεβαίως, θα πρέπει να θέσουμε ένα κομβικής σημασίας ερώτημα: Πώς θα μπορούσε να υπάρξει αυτή η ασπίδα προστασίας τη στιγμή που η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει ξεκαθαρίσει ένα πάρα πολύ απλό πράγμα, ποια είναι τα σύνορα που πρέπει να προστατεύσει; Διότι, πώς θα δομηθεί μία κοινή αμυντική πολιτική, μία κοινή εξωτερική πολιτική, μία πολιτική ασφαλείας, όταν δεν ξέρουμε τα σύνορα που θα πρέπει να προασπίσουμε;
Άρα, λοιπόν, το ερώτημα αυτό μας οδηγεί και σε ένα άλλο συναφές ερώτημα. Δεν έχει ξεκαθαριστεί το εύρος της μεγέθυνσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η περιβόητη διεύρυνση. Το ερώτημα, για παράδειγμα, που μας αφορά άμεσα είναι: Έχει θέση η Τουρκία σε μία Ευρωπαϊκή Ένωση; Για το Λαϊκό Ορθόδοξο Συναγερμό, δεν έχει καμμία θέση η Τουρκία στην Ευρωπαϊκή Ένωση, διότι αφ’ ενός μεν, είναι μία χώρα που δεν υπάρχει δημοκρατικό καθεστώς και πολίτευμα. Υπάρχει μία στρατοκρατία. Είναι μία χώρα που καταπιέζει τις μειονότητές της και, βεβαίως, δεν έχει καμμία σχέση με το ρωμαϊκό δίκαιο ή με το χριστιανικό πολιτισμό, στις αρχές και στις αξίες του οποίου δομείται η σύγχρονη ευρωπαϊκή οικογένεια.
Το πείραμα αυτό το οποίο έχουμε μπροστά μας -διότι πρόκειται για ένα διεθνοπολιτικό πείραμα, δηλαδή, η συγκρότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης- είναι πράγματι πρωτόγνωρο. Και ακολουθείται στο χτίσιμο αυτού του ευρωπαϊκού οίκου η πρακτική της ημιτελούς κατασκευής, που ηθελημένα μένει ημιτελής. Γιατί; Διότι, υπάρχει μια επαμφοτερίζουσα στάση για το αν θέλουμε ένα ομοσπονδιακό μοντέλο διακυβέρνησης, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, για να γίνω σαφέστερος, ή αν θέλουμε μία διακυβερνητική συνεργασία.
Εμείς, ως Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός, είμαστε υπέρ μιας Ευρώπης η οποία θα διατηρεί το έθνος-κράτος, θα διατηρεί μία ενισχυμένη μορφή διακυβερνητικής συνεργασίας, προκειμένου να μην πολτοποιηθούν, να μην μπουν σε μια μηχανή του κιμά οι λαοί της Ευρώπης. Εμείς θέλουμε να διατηρηθούν τα έθνη-κράτη, ως βασικά υποκείμενα συγκρότησης του διεθνούς συστήματος.
Και εκεί πέρα τώρα υπάρχουν δύο απόψεις: Είναι οι ευρωλάγνοι, οι οποίοι θεωρούν ότι οτιδήποτε καλό έρχεται από την Εσπερία θα πρέπει ακρίτως να το υιοθετήσουμε, και, βεβαίως, υπάρχουν και οι ευρωσκεπτικιστές, οι ευρωρεαλιστές –σε αυτήν την κατηγορία εντάσσεται ο Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός- που θεωρούν ότι θα πρέπει να δούμε πάρα πολύ καλά και με μεγάλη προσοχή και τη διαδικασία οικοδόμησης του ευρωπαϊκού οίκου, αλλά θα πρέπει να απαντήσουμε και στο εξής κομβικό ερώτημα: Θέλουμε ένα υπερκράτος πάνω από τα έθνη-κράτη; Διότι εκεί είναι το ερώτημα κομβικής σημασίας. Θέλουμε μία υπερδομή, που θα συμπιέζει, θα πολτοποιεί τα έθνη-κράτη και τις εθνικές ταυτότητες; Εμείς αυτό δεν το θέλουμε.
Και, βεβαίως, δεν αναφέρομαι στην τρίτη κατηγορία ανθρώπων –σεβαστή η άποψή τους- που είναι οι αντιευρωπαϊστές, αυτοί που λένε ότι δεν θα πρέπει καν να υπάρχει η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Όμως, στον πυρήνα αυτού του προβληματισμού που αναπτύσσεται, κύριε Υφυπουργέ, υπάρχει το εξής ερώτημα: Όλος αυτός ο οργασμός οικοδόμησης αυτού του ημιτελούς οίκου, που είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση, πού θα πρέπει να στηριχθεί; Θα πρέπει να στηριχθεί πάνω σε αποφάσεις πολιτικών ελίτ, που δεν επιδέχονται απόρριψης από τους λαούς ή θα πρέπει να στηριχθεί στην ελεύθερα εκπεφρασμένη βούληση των λαών;
Εμείς θεωρούμε ότι πρέπει όλη αυτή η προσπάθεια και η διαδικασία να στηριχθεί πάνω στην ελεύθερη βούληση των λαών, πράγμα που σημαίνει πρακτική δημοψηφισμάτων προκειμένου να απορρίπτονται ή να γίνονται δεκτές οι συνθήκες αυτές.
Άκουσα ομιλητάς της Νέας Δημοκρατίας να διατυπώνουν το εξής επιχείρημα: Δύο είναι οι δρόμοι, λένε οι της Νέας Δημοκρατίας, προκειμένου να κυρωθεί μία συνθήκη. Ο ένας δρόμος είναι διά του Κοινοβουλίου. Ο άλλος δρόμος είναι το δημοψήφισμα. Και συνεχίζουν: Μα, και οι δύο νόμοι έχουν νομική ισχύ, την ίδια νομική ισχύ.
Όχι. Μπορεί η νομική ισχύς να είναι η ίδια. Η πολιτική ισχύς, όμως, είναι διαφορετική. Διότι άλλη είναι η αντίληψη της νομικής ισότητας και άλλη είναι η αντίληψη της πολιτικής ανισότητας. Διότι μία απόφαση που λαμβάνεται με τη βούληση του ελληνικού λαού δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Είναι η μάξι και όχι η μίνι νομιμοποίηση.
Βεβαίως, άκουσα και ένα επιχείρημα πάλι από την πλευρά των συναδέλφων της Νέας Δημοκρατίας, οι οποίοι επετέθησαν κατά κάποιον τρόπο στο ΠΑ.ΣΟ.Κ., λέγοντας «τι πρακτική εισηγείται το ΠΑ.ΣΟ.Κ.; Δηλαδή τη στιγμή που υπερψηφίζουν στη Βουλή τη συνθήκη να ζητούν και δημοψήφισμα;»
Εγώ δεν βρίσκω να υπάρχει αντίφαση στην πρόταση αυτή του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και να σας πω γιατί. Ίσως θα πρέπει και να την υιοθετήσουμε ως πρακτική δημοψηφισμάτων. Δηλαδή να έρχονται οι πολιτικές δυνάμεις εντός της Βουλής, να καταθέτουν τις θέσεις τους, τις απόψεις τους, να δεσμεύονται κατ’ αυτόν τον τρόπο για τις θέσεις τους έναντι του ελληνικού λαού και στη συνέχεια, μετά την ενημέρωση που θα έχει λάβει ο ελληνικός λαός από την προηγηθείσα εντός Βουλής συζήτηση, να πηγαίνουμε και στον ελληνικό λαό. Άρα πού βρίσκετε την αντίφαση; Η αντίφαση βρίσκεται στη δική σας πρακτική. Δηλώνετε εδώ μέσα στην Αίθουσα αυτή ότι ο λαός είναι απών, τον διατηρείτε απόντα το λαό και τη στιγμή που απ’ όλες τις άλλες πτέρυγες της Βουλής σάς δίδετε η προοπτική του δημοψηφίσματος, προκειμένου να φέρουμε τον ελληνικό λαό στο κέντρο των εξελίξεων, προκειμένου να τον ενημερώσουμε –αν θέλετε- και μόνο, αυτό το μπλοκάρετε με την κυβερνητική πλειοψηφία που διαθέτετε. Θα είστε υπόλογοι έναντι του μέλλοντος του ελληνικού λαού.
Σας ευχαριστώ πολύ.
ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Αναστάσιος Νεράντζης): Ευχαριστώ και εγώ.
Το λόγο έχει ο Βουλευτής του ΠΑ.ΣΟ.Κ. στο Νομό Ηρακλείου κ. Στρατάκης.
ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΣΤΡΑΤΑΚΗΣ: Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε.
Συζητάμε σήμερα την κύρωση της συνθήκης της Λισσαβώνας και θα είναι χρήσιμο να πω κι εγώ από την πλευρά μου –ίσως να έχει ειπωθεί και από άλλους ομιλητές- ότι η Συνθήκη αυτή είναι μια υποχώρηση σε σχέση με το λεγόμενο «Ευρωσύνταγμα» και που, εν πάση περιπτώσει, δείχνει μια νοοτροπία και μια αντίληψη που κυριαρχεί σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, πώς δηλαδή διαπραγματεύεται ή πώς προσπαθεί να περάσει κάποια πράγματα.
Θέλω να τονίσω ότι η θεώρηση που έχουμε ως ΠΑ.ΣΟ.Κ. για την Ευρώπη είναι κάτι που ξεπερνά ενδεχομένως και αυτήν ακόμη τη Συνθήκη της Λισσαβώνας, αλλά και το Ευρωσύνταγμα. Διότι εμείς -και παρά το ότι μας κατηγορούν για το σύνθημα «Ε.Ο.Κ. και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο»- πιστεύαμε -όχι τώρα, αλλά από το 1974, δηλαδή με τη διακήρυξή μας στις 3 του Σεπτέμβρη- ότι έπρεπε, με βάση τα δεδομένα και εκείνης της εποχής, να μιλάμε για μια Ευρώπη των λαών από τα Ουράλια μέχρι τον Ατλαντικό.
Σήμερα, που διαμορφώνεται μια τέτοια περίπου κατάσταση, βλέπουμε ότι η οπισθοχώρηση έρχεται από εκείνες τις δυνάμεις και από εκείνες τις περιοχές που θα έπρεπε πραγματικά να στοχεύουν προς αυτήν την κατεύθυνση.
Θεωρώ ότι είναι ένα τουλάχιστον βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση, που, βέβαια, θα έπρεπε, αν πραγματικά θέλαμε να είναι ολοκληρωμένο το βήμα ως Ευρώπη, να δει και άλλες διαστάσεις ευρωπαϊκών πολιτικών, που σήμερα, στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, έχουν ανάγκη οι λαοί της Ευρώπης.
Το λέω αυτό, γιατί υπάρχει εδώ μια ευθύνη. Το Ευρωσύνταγμα, όπως λεγόταν, δεν εγκρίθηκε. Καταψηφίστηκε και από ορισμένους λαούς. Αυτό έχει να κάνει με το ότι οι πολιτικές που θέλει να υπηρετήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση και που πολλές απ’ αυτές είναι προς τη σωστή κατεύθυνση δεν έχουν παγιωθεί ή δεν είναι ως κυρίαρχη αντίληψη σε επίπεδο λαών.
Ένας από τους λόγους για τους οποίους εμείς ζητήσαμε να γίνει δημοψήφισμα είναι ακριβώς γιατί πρέπει σε επίπεδο Ευρώπης συνολικά και όχι μόνο της χώρας μας να διαμορφωθεί μια τέτοια αντίληψη, για να υπάρξει μια αλλαγή της νοοτροπίας των λαών, αλλαγή συντηρητικών νοοτροπιών –γιατί, ας μη γελιόμαστε, η καθυστέρηση προς αυτήν την κατεύθυνση γι’ αυτούς τους λόγους υπάρχει- και να φθάσουμε σιγά-σιγά σε αυτό που πιστεύω ότι είναι ή πρέπει να είναι ο στόχος όλων μας, για μια Ευρώπη που έχει δείγματα γραφής ότι μπορεί να ακολουθήσει προοδευτικούς δρόμους. Και έχει δείγματα γραφής, γιατί αμέσως μετά τον πόλεμο εφήρμοσε κοινωνικές πολιτικές. Διαμόρφωσε το κοινωνικό κράτος και που άλλες περιοχές ή άλλα κράτη της γης δεν το έχουν κάνει αυτό. Θα περίμενε, λοιπόν, κανείς ότι πραγματικά θα γινόταν μια προσπάθεια και στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο επίπεδο των οργάνων της δηλαδή, ώστε να διαμορφωθεί μια τέτοια αντίληψη, που θα έδινε πραγματικά τη δυνατότητα στην Ευρώπη να προχωρήσει με γρηγορότερους ρυθμούς.
Θέλω να πιστεύω ότι υπάρχουν θετικά στοιχεία σε αυτή τη Συνθήκη της Λισσαβώνας. Τα θετικά στοιχεία, κατ’ αρχάς, έχουν να κάνουν με κάποια τυπικά μεν, αλλά ουσιαστικά ζητήματα, που έχουν να κάνουν με τη νομική μορφή και τη διαμόρφωση μιας συγκεκριμένης ονομασίας, κάτω από την οποία θα εμφανίζεται πλέον η Ευρωπαϊκή Ένωση και, κυρίως, βέβαια με την υπηρέτηση κάποιων αρχών και αξιών, που θεωρεί ως θέσφατο, προκειμένου να προχωρήσει.
Όμως, πιστεύω –και πραγματικά δεν μπορώ να κάνω ανάλυση επί των συγκεκριμένων ζητημάτων, λόγω του περιορισμένου χρόνου- ότι εκείνο που θα πρέπει να βγει ως δίδαγμα απ’ αυτήν τη διαδικασία οπισθοχώρησης –θα έλεγα- της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο σύνολό της, αφού πάμε στη Συνθήκη της Λισσαβώνας και δεν εγκρίνουμε το προηγούμενο κείμενο, που αφορούσε το κοινώς λεγόμενο «Ευρωσύνταγμα», εκείνο που θα πρέπει να διαμορφωθεί ως αντίληψη είναι ότι πρέπει το γρηγορότερο δυνατόν να ξεπεράσουμε αυτής της μορφής τα προβλήματα, εφόσον βέβαια αυτό γίνει μια πραγματικότητα μετά και τα δύο δημοψηφίσματα, αλλά και τις αποφάσεις των εθνικών κοινοβουλίων των είκοσι επτά χωρών, ώστε να πάμε στα επόμενα βήματα ως Ευρώπη.
Θεωρώ ότι τα επόμενα βήματα ως Ευρώπη πρέπει να είναι πώς θα ξεπεράσουμε και πώς θα λύσουμε προβλήματα που δημιουργεί η παγκοσμιοποίηση, η οποία είναι μια πραγματικότητα και δεν μπορούμε να την αγνοήσουμε, και πώς, εν πάση περιπτώσει, διαμορφώνουμε κοινές πολιτικές εκεί που υπάρχει ανάγκη να διαμορφωθούν και να τις περάσουμε μέσα από συνθήκες ή οτιδήποτε άλλο, ώστε να υπάρξουν θετικά αποτελέσματα για τους λαούς της Ευρώπης.
Δεν μπορούμε να ολιγωρήσουμε προς αυτήν την κατεύθυνση ως λαοί και ως κράτη. Θα έπρεπε, βέβαια, μέσα από τις διαδικασίες που εμείς προτείνουμε να ευαισθητοποιηθούν οι λαοί προς αυτήν την κατεύθυνση. Γιατί αν δεν γίνει αυτό, θα είμαστε όλοι υπόλογοι που δεν καταφέραμε να το κάνουμε.
Εάν, λοιπόν, μέσα απ’ αυτές τις διαδικασίες δεν μπορέσουμε πράγματι να προωθήσουμε εξελίξεις τέτοιες που θα μας δίνουν τη δυνατότητα να μπορούμε να πούμε «ναι, είμαστε σε ένα σωστό δρόμο, που έχει να κάνει με τις διεθνείς εξελίξεις και με το νέο παγκόσμιο σύστημα, όπως δ