Ενημέρωση

Ομιλίες Προέδρου Βουλής


Αθήνα, 7 Σεπτεμβρίου 2026

Χαιρετισμός του Προέδρου της Βουλής των Ελλήνων κ. Νικήτα Μ. Κακλαμάνη στην εκδήλωση «Το Κυβερνείο αναβιώνει»

«Υπάρχουν κτήρια που υπερβαίνουν την αρχιτεκτονική τους υπόσταση. Κτήρια που, μέσα στον χρόνο, γίνονται σημεία αναφοράς μιας πόλης, φορείς της συλλογικής της μνήμης, σιωπηλοί μάρτυρες της ιστορίας της.

Ένα τέτοιο κτήριο είναι αναμφίβολα το Κυβερνείο της Θεσσαλονίκης - το «Παλατάκι», όπως το ονόμασαν και το αγάπησαν οι Θεσσαλονικείς.

Ξεφυλλίζοντας τον Τύπο στα τέλη της δεκαετίας του 1950, συναντά κανείς μια χαρακτηριστική εικόνα της Θεσσαλονίκης της εποχής: μια πόλη-εργοτάξιο, με δημόσια έργα και υποδομές υπό κατασκευή, που φιλοδοξούσαν να μετατρέψουν τη Νύμφη του Θερμαϊκού «εις την ωραιοτέραν πόλιν των Βαλκανίων» (Απογευματινή, 27 Ιουλίου 1959, σ. 10), «εις σύγχρονον μεγαλούπολιν» (Βραδυνή, 27 Ιουλίου 1959).

Τα πρωτοσέλιδα καταγράφουν τις επισκέψεις του Κωνσταντίνου Καραμανλή ως Πρωθυπουργού και τις επιτόπιες επιθεωρήσεις μιας σειράς έργων που βρίσκονταν σε εξέλιξη: επέκταση του σιδηροδρόμου, διάνοιξη νέων λεωφόρων και αναμόρφωση της παραλιακής οδού, κατασκευή μεγάλου αθλητικού συγκροτήματος και Πανεπιστημιούπολης, ανέγερση Μουσείου κοντά στον χώρο της Δ.Ε.Θ. κ.ά.

Ανάμεσά τους και ένα νέο κτήριο, στην περιφέρεια του Δήμου Καλαμαριάς: το Κυβερνείο της Θεσσαλονίκης, ένα αρχιτεκτόνημα γεννημένο σε μια περίοδο έντονου εκσυγχρονισμού.

Σχεδιασμένο τη δεκαετία του 1950 από τον Περικλή Σακελλάριο, με τελική επεξεργασία των μελετών από τον Ιω. Χριστόπουλο, σε μια έκταση 15 στρεμμάτων, με θέα τον Θερμαϊκό Κόλπο, το Κυβερνείο -έργο συνολικού προϋπολογισμού 13 εκατομμυρίων δραχμών- εγκαινιάσθηκε το 1960 και συνδέθηκε με διαφορετικές περιόδους της νεότερης ελληνικής ιστορίας.

Αναφερόμενο συχνά ως «το Κυβερνητικό Μέγαρο Θεσσαλονίκης», άλλαξε χρήσεις (από βασιλικό ανάκτορο ως κατοικία του Υπουργού Μακεδονίας-Θράκης), γνώρισε στιγμές ακμής, φιλοξένησε σημαίνοντα πολιτικά πρόσωπα της εγχώριας και διεθνούς σκηνής (θυμίζω, π.χ., το δείπνο που παρέθεσε ο Κ. Καραμανλής προς τον Valéry Giscard d'Estaing, κατά την περίφημη επίσημη επίσκεψη του Γάλλου Προέδρου στη χώρα μας τον Σεπτέμβριο του 1975)[1]. Ακολούθησε όμως μακρά περίοδος σιωπής…

Σήμερα βρισκόμαστε εδώ για να μιλήσουμε όχι τόσο για το παρελθόν του Κυβερνείου, όσο για το μέλλον του. Και θα έλεγα ότι ο τίτλος της εκδήλωσης, «Το Κυβερνείο Αναβιώνει», αποδίδει με ακρίβεια το νόημα αυτής της προσπάθειας. Γιατί το ζητούμενο δεν είναι απλώς να αποκαταστήσουμε ένα διατηρητέο κτήριο. Είναι να του ξαναδώσουμε ζωή. Να το επαναφέρουμε στην πόλη και στους ανθρώπους της. Να μετατρέψουμε έναν χώρο, που παρέμεινε για χρόνια κλειστός, σε ένα ανοικτό, δημόσιο τόποσημο πολιτισμού, ιστορικής μνήμης, γνώσης και δημοκρατικού διαλόγου.

Αυτό είναι και το βαθύτερο διακύβευμα της συνεργασίας που ξεκίνησε τον Ιούνιο του 2024 ανάμεσα στην ΕΤΑΔ, το Εθνικό Αναπτυξιακό Ταμείο και τη Βουλή των Ελλήνων.

Για τη Βουλή, μάλιτα, η συνέργεια αυτή έχει ξεχωριστή σημασία. Διότι θέλουμε το Κυβερνείο να αποτελέσει ένα σταθερό σημείο παρουσίας του Κοινοβουλίου στη Θεσσαλονίκη και ευρύτερα στη Βόρειο Ελλάδα.

Η πρόθεσή μας είναι εδώ να αναπτυχθούν δράσεις της Βουλής των Ελλήνων, όπως εκθέσεις, εκπαιδευτικά προγράμματα, συνέδρια, εν γένει πολιτιστικές και επιστημονικές εκδηλώσεις, που θα αναδεικνύουν την κοινοβουλευτική ιστορία και το σπουδαίο, αλλά συχνά άγνωστο, πολιτιστικό απόθεμα που φυλάσσει η Βιβλιοθήκη της Βουλής. Καθοριστική θα είναι και η σύμπραξη με τους εγχώριους πολιτιστικούς και επιστημονικούς φορείς για τη συνδιαμόρφωση δράσεων με νόημα για το κοινό της Βορείου Ελλάδος και όχι μόνο.  

Δεν είναι, άλλωστε, η πρώτη φορά που το Κυβερνείο ανοίγεται στον πολιτισμό. Το 1997, όταν η Θεσσαλονίκη ήταν Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης, άνοιξε τις πόρτες του στο κοινό, φιλοξενώντας την εμβληματική έκθεση έργων του Καραβάτζιο.  Είκοσι εννέα χρόνια αργότερα, έχουμε την ευκαιρία να κάνουμε εκείνη την εξαίρεση, μόνιμη προοπτική. Να δημιουργήσουμε έναν χώρο που δεν θα ανοίγει περιστασιακά, αλλά θα ανήκει πραγματικά στην πόλη και στους πολίτες, μέσα από την παρουσία του πλέον αντιπροσωπευτικού θεσμού, της Βουλής των Ελλήνων.

Υπάρχει όμως και μία δεύτερη διάσταση, εξίσου σημαντική.

 

Στους χώρους του Κυβερνείου σχεδιάζουμε να μπορούν να συνεδριάζουν περιοδικά και Κοινοβουλευτικές Επιτροπές. Και αυτό δεν αποτελεί απλώς μια διαφορετική χωροθέτηση μιας κοινοβουλευτικής διαδικασίας, ενέχει έναν ιδιαίτερο συμβολισμό. Γιατί το Κοινοβούλιο, με θεσμική του έδρα την Αθήνα, μπορεί και πρέπει να αναζητεί τρόπους να βρίσκεται πιο κοντά στην κοινωνία και στις περιφέρειες της χώρας. Να συνομιλεί με τις τοπικές κοινωνίες, τα πανεπιστήμια, τους επιστημονικούς και παραγωγικούς φορείς, τους ανθρώπους που γνωρίζουν από πρώτο χέρι τις δυνατότητες, αλλά και τις ανάγκες κάθε τόπου. Μια Κοινοβουλευτική Επιτροπή που συνεδριάζει στη Θεσσαλονίκη δεν μεταφέρει απλώς μια συνεδρίαση από την Αθήνα στη Βόρειο Ελλάδα. Φέρνει το ίδιο το Κοινοβούλιο και τις διαδικασίες του πιο κοντά στους πολίτες.

 

Και ίσως αυτή να είναι τελικά η μεγαλύτερη αξία της νέας ζωής που σχεδιάζουμε για το Κυβερνείο: ότι στον ίδιο χώρο θα μπορούν να συναντηθούν η Ιστορία, ο Πολιτισμός και η Δημοκρατία.

 

Το έργο βρίσκεται ακόμη μπροστά μας. Η αποκατάσταση ενός κτηρίου αυτής της ιστορικής και αρχιτεκτονικής αξίας απαιτεί χρόνο, συνέπεια, συνεργασία και σεβασμό. Οι μελέτες προχωρούν και τα επόμενα στάδια έχουν ήδη προσδιοριστεί. Θέλω, λοιπόν, να συγχαρώ την ΕΤΑΔ και όλους όσοι εργάζονται για την υλοποίηση αυτού του φιλόδοξου εγχειρήματος. Και, εκ μέρους της Βουλής των Ελλήνων, να επαναλάβω σήμερα εδώ, στη Θεσσαλονίκη, τη δέσμευσή μας να συμβάλουμε ουσιαστικά στη νέα εποχή του Κυβερνείου.

 

Όταν το Κυβερνείο ανοίξει ξανά τις πόρτες του, θα πάψει να είναι ένα μνημείο, όπου η Θεσσαλονίκη θυμάται, και θα γίνει ξανά ένας τόπος, όπου η Θεσσαλονίκη -και ολόκληρη η Βόρειος Ελλάδα- ζει, δημιουργεί νέες εμπειρίες, μοιράζεται και συμμετέχει.

 

Γιατί η καλύτερη αποκατάσταση ενός ιστορικού κτηρίου δεν ολοκληρώνεται όταν αποκατασταθούν οι τοίχοι, οι κίονες και οι αίθουσές του. Ολοκληρώνεται όταν επιστρέψουν μέσα του οι άνθρωποι».  

 

[1] Βλ. εφημερίδα Ελεύθερος Κόσμος, 20 Σεπτεμβρίου 1975.





Επιστροφή
 
Η Διαδικτυακή Πύλη της Βουλής των Ελλήνων χρησιμοποιεί cookies όπως ειδικότερα αναφέρεται εδώ