Ενημέρωση

Αθήνα, 26 Ιουνίου 2021

Ομιλία του Προέδρου της Βουλής των Ελλήνων κ. Κωνσταντίνου Τασούλα στο συνέδριο «Εννέα δεκαετίες Συμβούλιο της Επικρατείας.

Ομιλία του Προέδρου της Βουλής των Ελλήνων

κ. Κωνσταντίνου Τασούλα

στο συνέδριο

«Εννέα δεκαετίες Συμβούλιο της Επικρατείας.

Οι οραματισμοί του Ελευθερίου Βενιζέλου

και η εξέλιξη του θεσμού στη διαδρομή του χρόνου»

που συνδιοργάνωσαν το Συμβούλιο της Επικρατείας

και το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος»

Συμβούλιο της Επικρατείας, 25 Ιουνίου 2021

 

Εξοχοτάτη κυρία Πρόεδρε της Ελληνικής Δημοκρατίας,

κυρία Πρόεδρε του Συμβουλίου της Επικρατείας,

Σεβασμιότατε,

κύριε Υπουργέ Δικαιοσύνης,

κυρία και κύριοι συνάδελφοι στη Βουλή,

κυρίες και κύριοι,

Σήμερα το μεσημέρι, με τη μεσολάβηση του Γενικού Διευθυντού του Ιδρύματος «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος», είχα μία συνάντηση, η οποία μου άλλαξε άρδην την ομιλία την οποία είχα ετοιμάσει, αλλά ελπίζω προς το καλύτερο. Η συνάντηση έγινε στην Αθήνα, πολύ κοντά στη Βουλή, και μου επεδόθη μία επιστολή από το πρόσωπο το οποίο συνάντησα, την οποία ευθύς σας διαβάζω:

«Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος

Προς τον Πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων κ. Κωνσταντίνο Τασούλα

Αξιότιμε κύριε Πρόεδρε, ονομάζομαι Ελευθέριος Βενιζέλος και διά της παρούσης θα ήθελα να σας γνωστοποιήσω την πρόθεσή μου να δωρίσω στη Βουλή των Ελλήνων το ρολόι του παππού μου Ελευθερίου Κυριάκου Βενιζέλου. Πρόθεσή μου θα ήταν να το κληροδοτήσω κι εγώ στον υιό μου τον οποίο όμως δεν απέκτησα. Έτσι αποφάσισα να το κληροδοτήσω σε ολόκληρο τον ελληνικό λαό, όπως γνωρίζω ότι θα το κάνετε εκθέτοντάς το στην αίθουσα της Βουλής, που είναι αφιερωμένη στον μεγάλο μας πολιτικό. Το ρολόι, το οποίο είναι χρυσό, φέρει στο σκέπασμά του χάρτη που παρουσιάζεται με σμάλτο και αναγράφει «Νέας Ελλάδος», αναγράφεται περιμετρικά «Τω δημιουργώ μεγάλης Ελλάδος Ελευθερίω Βενιζέλω, οι Κρήτες Καΐρου 1914». Το είχε παραγγείλει ο Εμμανουήλ Μπενάκης και δωρίστηκε με πρωτοβουλία του στον Βενιζέλο, στο πίσω μέρος φέρει πάλι με σμάλτο το μονόγραμμα Ε.Κ.Β. Το ρολόι μου κληροδοτήθηκε από την Έλενα Βενιζέλου, καθώς γνώριζε την επιθυμία του παππού μου να περιέλθει στα χέρια μου. Πρόθεσή μου ήταν να το δωρίσω στη Βουλή των Ελλήνων την προηγουμένη χρονιά, που ήταν η επέτειος των 100 χρόνων από τη συνθήκη των Σεβρών. Γνωρίζοντας την ευαισθησία σας και πιστεύοντας ότι η ασφαλής διαφύλαξη και η ανάδειξη ενός τέτοιου εθνικού θησαυρού, θα είναι προς όφελος  του ελληνικού λαού, σας παραδίδω, κύριε Πρόεδρε, με μεγάλη συγκίνηση, ένα κειμήλιο της ιστορίας της χώρας μας, που για μένα προσωπικά έχει και τεράστια συναισθηματική αξία», από διαθέσεως αξία, όπως λέγαμε στο αστικό δίκαιο.

Αυτή η επιστολή, αυτό το χρυσό ρολόι, όπου πάνω σε ένα περίτεχνο σμάλτο γράφει για τη Νέα Ελλάδα, με οδήγησε σε πιο –αν θέλετε– ρομαντικές σκέψεις, σε πιο μυστικιστικές ενδεχομένως σκέψεις για την αποστολή της πολιτικής, για τον ρόλο των πολιτικών, για τον ρόλο των ηγετών που τιμούν την ετυμολογία της λέξεως και όχι αυτών οι οποίοι περιγράφονται από μία ειρωνική φράση «πρέπει να τους ακολουθήσω, άλλωστε είμαι ηγέτης τους». Για τον ρόλο των ηγετών, οι οποίοι δημιουργούν ιστορία και μάλιστα ιστορία με διάρκεια και θεσμούς, όπως το Συμβούλιο της Επικρατείας, οι οποίοι δικαιώνουν με τις πρωτοβουλίες τους την αποστολή τους. Κι έτσι, άλλαξα την ομιλία μου και κατέφυγα, μιας και η Νέα Ελλάδα μου θύμισε τη διαμάχη ανάμεσα στον νέο και τον παλιό κόσμο, που ο Βενιζέλος, σε μια σπουδαία ομιλία του στη Βουλή στις 21 Σεπτεμβρίου 1915, είχε διατυπώσει, όταν η ρήξη του με τα ανάκτορα είχε οδηγηθεί στα άκρα και παρά την κοινοβουλευτική του πλειοψηφία παρητήθη, λόγω των διαφορετικών απόψεων εν σχέσει με τη συμμετοχή της Ελλάδος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και στην εκστρατεία της Καλλιπόλεως. Σε κείνη την περίφημη ομιλία του ο Ελευθέριος Βενιζέλος χρησιμοποίησε την ορολογία που είναι πάνω στο σμάλτο αυτού του ρολογιού. Και είπε ότι ο νέος κόσμος σε αντίθεση με τον παλιό, που εκπροσωπούν οι πολιτικοί του αντίπαλοι, είναι εκείνος, ο οποίος θα οδηγήσει την χώρα σε πρόοδο. Και συνέχισε σε εκείνη την ομιλία του στις 21 Σεπτεμβρίου του 1915, μετά από την πρώτη ακμαία πενταετία του, λέγοντας: «Αλλά αφ’ ότου όμως επεξετάθημεν και εμεγαλώσαμε και αφ’ ότου έχομε πλέον ως αντίζηλα άλλα χριστιανικά κράτη επί των οποίων εν περιπτώσει ήττης εις αγώνας πολεμικούς δεν έχομεν να περιμένομεν ουσιώδη επέμβασιν των ξένων, η αποκατάστασις της Ελλάδος εις κράτος αύταρκες είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου διά την Ελλάδα. Δυστυχώς μετά τους πολέμους, τους ευτυχείς, δεν εδόθη καιρός όπως κατορθώσωμεν αναπτύσσοντες τας νέας ημών χώρας, οργανούντες την μεγαλυνθείσα Ελλάδα εις πρότυπον κατά το δυνατόν κράτους νέου να πορισθεί ο λαός του όλα εκείνα τα πλεονεκτήματα και όλας εκείνας τας ωφελείας, αι οποίαι ήτο δυνατόν να προέλθωσι εκ της ευρύνσεως των συνόρων μας. Όταν έθετα ταύτα πάντα υπ’ όψιν, κύριοι, θα εννοήσετε διατί είπον προ ολίγου ότι κατέχομαι υπό στυγνής μελαγχολίας, διότι διά της πολιτικής υμών οδηγείτε την Ελλάδα, χωρίς να το θέλετε, αλλά οδηγείτε αυτήν ασφαλώς εις όλεθρον για να παρασκευάσετε ταύτην να διεξαγάγει κατ’ ανάγκην πόλεμον υπό τους δυσχερεστάτους όρους και υπό τας δυσμενεστάτας περιστάσεις αφήνοντες να απωλεσθή ευκαιρία, η οποία δεν παρουσιάζεται παρά άπαξ κατά χιλιετηρίδα εις τα έθνη, όπως δημιουργήσετε μίαν Ελλάδα μεγάλην και κραταιάν». 

Μίαν Ελλάδα μεγάλην και κραταιάν, πάλι το σμάλτο στο ρολόι. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος δεν ήταν ο πολιτικός εκείνος, ο οποίος διαδοχικά φρόντισε για την εδαφική ανόρθωση και τη θεσμική ανόρθωση της χώρας. Φρόντισε ταυτόχρονα και για τα δύο. Και η μέριμνά του για τη Δικαιοσύνη, που είναι το θέμα της ομιλίας μου, αποδεικνύει αυτήν την ταυτόχρονη μέριμνα, η οποία επίσης αποδεικνύει και την ευρύτητα της αποτελεσματικότητας αυτού του πραγματικού ηγέτη. Η κραταιά Ελλάδα, την οποία περιγράφει στην ομιλία του εκείνη του 1915, είναι η Ελλάδα που στις επιστολές του αργότερα στη σύζυγό του Έλενα Βενιζέλου περιγράφεται ως ένα κράτος αγνώριστο, μία μικρά Αγγλία. Αυτή η επιδίωξη, η οποία –επαναλαμβάνω– ταυτόχρονα επεδιώχθη μαζί με την εδαφική επέκταση, κι αυτό το θέμα το οποίο το λύνουμε, το ιστορικό, λέγοντας ότι ο Βενιζέλος τα φρόντιζε όλα, λύνει κι ένα άλλο μεγάλο ερώτημα, φιλοσοφικό περίπου, εν σχέσει με τη συμβολή του ατόμου, του ηγέτη, εις την διαμόρφωση της ιστορίας και πόσο αποφασιστική είναι αυτή η συμβολή εν σχέσει με άλλες θεωρίες περί νομοτέλειας, περί των κοινωνικών ολοτήτων, οι οποίες καθιστούν αναπόδραστη την πορεία των πραγμάτων και μπροστά σ’ αυτήν την αναπόδραστη πορεία των πραγμάτων, που η νομοτέλεια τις καθοδηγεί, η προσωπικότητα είναι άοπλη, αδύναμη να επηρεάσει. Η πραγματικότης είναι ότι και όλα τα φρόντισε ο Βενιζέλος ταυτόχρονα και η προσωπικότητα η ξεχωριστή μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο στο ιστορικό γίγνεσθαι και να καταλύσει τη μοιρολατρία των αναπόδραστων εξελίξεων, που μας υπαγορεύει μία αντίληψη περί κοινωνικών αναγκαιοτήτων. Και τα δύο παίζουν ρόλο. Και δεν είναι τυχαίο ότι ο Βενιζέλος είχε εντρυφήσει στον Θουκυδίδη. Είχε μεταφράσει Θουκυδίδη, με φιλολογικές γνώσεις, παρακαλώ, του Γυμνασίου Σύρου και με βοηθήματα άλλων μεταφράσεων, κατάφερε στο εξωτερικό, εργαζόμενος από τις επτά το πρωί έως τις δώδεκα το μεσημέρι, κάθε μέρα, ένας άνθρωπος με αυτοπειθαρχία να μεταφράσει τον Θουκυδίδη, εις τον οποίον Θουκυδίδη ο Βενιζέλος έβλεπε και την εποχή του και υποπτεύομαι και τον εαυτό του. Εκεί δηλαδή που ο ηγέτης έχει σημαντικό ρόλο εις την διαμόρφωση των εξελίξεων, αλλά και η φύση των ανθρώπων, το αναπόδραστο, έχει επίσης σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη κι αυτό φαίνεται εντυπωσιακά στη μετάφραση που κάνει ο Βενιζέλος των εμφύλιων σπαραγμών, ειδικά της Κέρκυρας, που ήταν οι πιο αιμοσταγείς εμφύλιοι σπαραγμοί του Πελοποννησιακού Πολέμου, ανάμεσα στους αριστοκρατικούς και τους δημοκρατικούς, και όπου εκεί ο Θουκυδίδης καταθέτει τα όπλα της προσωπικής παρεμβάσεως υπέρ του αναπόδραστου της ανθρώπινης φύσεως, λέγοντας ότι αυτά τα φαινόμενα θα συνεχίζονται όσο η ανθρώπινη φύση είναι ίδια. Πόσο οικεία και ίσως πόσο παρηγορητικά θα ηχούσαν αυτά τα λόγια στον Βενιζέλο, όταν στην Αμερική, στο Περού, στο Παρίσι ή αργότερα και στην Κρήτη μετέφραζε τον Θουκυδίδη.

Είναι γνωστό ότι ο Ελευθέριος Βενιζέλος επεβλήθη με την περίφημη  προεκλογική ομιλία του, τον Σεπτέμβριο του 1910, όπως γράφει ο Γεώργιος Βεντήρης, όχι διά της φωνής του λαού, αλλά διά της σιωπής του λαού.  Και επεβλήθη εξηγώντας κατ’ επανάληψη στο ακροατήριο ότι η Βουλή πρέπει να είναι αναθεωρητική και όχι συντακτική. Και μου θυμίζει, κύριες και κύριοι, αυτή η φρονιμάδα και όχι ηττοπάθεια ή έλλειψη επαναστατικού οίστρου του Βενιζέλου, αυτή η φρονιμάδα, δηλαδή αυτό που είπε η κυρία Πρόεδρος της Δημοκρατίας αναφερόμενη στο μέσον της σταδιοδρομίας του Συμβουλίου Επικρατείας, αυτή η ωραία έκφραση «ο ώριμος ζήλος», που αποδεικνύει ότι οι ηγεσίες οι οποίες κατανοούν τις ισορροπίες, κατανοούν τους αντιπάλους, κατανοούν τις αντιξοότητες, δεν σπάνε τα μούτρα τους και προχωρούν τους στόχους τους πολύ πιο αποτελεσματικά. Κι αυτό μου θυμίζει το πρώτο Σύνταγμα της Επιδαύρου, το οποίο ειδοποιεί όλη την τότε οικουμένη, ότι η Ελληνική Επανάσταση είναι μια επανάσταση για την ελευθερία, για την ιδιοκτησία, για την τιμή, για την διεκδίκηση όλων εκείνων που απολαύουν οι πολιτισμένοι λαοί της Ευρώπης και δεν είναι μια ανταρσία, μια στασιαστική κίνηση, ένας καρμποναρισμός, ώστε να μην προκαλέσουν. Κι εδώ είναι η αξία της πολιτικότητάς τους και όχι της εθελοδουλίας τους. Να μην προκαλέσουν υπονόμευση της αντιδραστικής Ιεράς Συμμαχίας, η οποία αν τους έβλεπε ως απειλή μπορούσε να αποτρέψει πολλά, τα οποία τελικά οδήγησαν στην Εθνική Παλιγγενεσία. 

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος λοιπόν, έχοντας επιβληθεί διά της σιωπής του λαού εκείνη τη μέρα την περίφημη, ξεκίνησε τα πρώτα, πιο ακμαία, πιο στιβαρά, πιο αποφασιστικά χρόνια της διακυβερνήσεως του ίσα με το 1915. Και οι νομοθετικές του πρωτοβουλίες, η φροντίδα του για τη Δικαιοσύνη σε αυτά τα χρόνια, πέραν της φροντίδας του για τον διπλασιασμό της χώρας, η εδαφική και θεσμική ολοκλήρωση ταυτόχρονα αποδεικνύει ότι έβλεπε τη Δικαιοσύνη όχι ως αντίπαλο της Διοικήσεως ή της Εκτελεστικής Εξουσίας, αλλά σαν σύμμαχο για τον θεσμικό εκσυγχρονισμό της χώρας και τη δραπέτευσή της από το παλιό της προαιώνιο φαυλοκρατικό της παρελθόν. Για να δούμε λίγα λόγια στην εισηγητική έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής, η οποία υλοποίησε την αναθεώρηση του 1911 και ίδρυσε το Συμβούλιο της Επικρατείας που σήμερα γιορτάζει τα 90 του χρόνια, για να δείτε πώς περιγράφει την προ Συμβουλίου Επικρατείας κατάσταση ο νομοθέτης. «Από του 1865 μέχρι του 1909, ενώ το κράτος ηυξήθη διά της προσαρτήσεως των Ιονίων νήσων, της Θεσσαλίας και μέρους της Ηπείρου, ο ιδιωτικός πλούτος και ο πολιτισμός προήχθησαν, αι συγκοινωνίαι και τα έργα έσχον ποιάν τινά ανάπτυξιν, η δικαστική κατάστασις του κράτους ήτο πλημμελής. Οι δημόσιοι υπάλληλοι εστερημένοι μονιμότητος εθήρευον την εύνοια των βουλευτών, οι δικασταί καίπερ ισόβιοι εδέοντο ισχυρών προστατών όπως προαχθώσιν εις ανωτέρα θέσιν και αποφύγωσι την λαίλαπα των μεταθέσεων, οι εισαγγελείς και ειρηνοδίκαι ήσαν έρμαια της πολιτικής. Εν τη δυσχερή ταύτη καταστάσει εξερράγη η επανάστασις του 1909, αναγράψασα ως σκοπόν και έμβλημα αυτής την ταχίστην αποκάθαρσιν και ανόρθωσιν των της Πολιτείας πραγμάτων.»

Και το Συμβούλιο της Επικρατείας, ναι, το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο διαφημίζει ο Ελευθέριος Βενιζέλος στον απολογισμό του έργου της τετραετίας, τον οποίο έβγαλε το φθινόπωρο του 1932, έκανε ένα σημαντικό έργο ευθύς αμέσως. «Ως πρώτον και αύτης σημασίας έργον», λέει ο απολογισμός του έργου της τελευταίας τετραετίας του, «η κυβέρνησις  του Ελευθερίου Βενιζέλου έχει να παρουσιάσει την ίδρυσιν του Συμβουλίου της Επικρατείας. Αρκεί να σημειωθεί ότι οι πολίται, οι αδικούμενοι από το κράτος, που ουδεμού σχεδόν ήτο δυνατόν να εύρουν το δίκαιόν των. Λάθη, αδικίαι, εκδικήσεις ήτο δυνατόν να καταστρέψουν ανεπανορθώτως πολίτας, οικογενείας, επιχειρήσεις, χωρίς οι αδικούμενοι να δύνανται να αποδείξουν το προσγινόμενον κακόν. Από του Μαΐου του 1929, οπότε άρχισεν η εργασία του Συμβουλίου, μέχρι τέλους του έτους υπεβλήθησαν και εξεδικάστηκαν 232 προσφυγαί», με πρώτη αυτή που ανέφερε η Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ενός αστυφύλακος που εδικαιώθη για παράνομη απόλυση. «Το επόμενον έτος, 1930, αι εκδικασθείσαι προσφυγαί ανήλθον εις 775, το 1931 951 και κατά το τρέχον έτος 32. Μέχρι δηλαδή τις 25 Ιουνίου οπότε εγένοντο αι θεριναί διακοπαί, οι προσφυγαί έφθασαν εις 523. Δέον να σημειωθεί ότι πλείσται όσαι εκ των προσφυγών εγένοντο δεκταί και ηναγκάσθη το κράτος να αναγνωρίσει το άδικον επ’ ωφελεία των ζημιωθέντων πολιτών.»

Και για να συνεχίσουμε τη συμβολή και τον απολογισμό του έργου του Βενιζέλου στη Δικαιοσύνη, θα πούμε ότι εκτός από το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο δεν το έβλεπε ανταγωνιστικά, αλλά το έβλεπε συμπληρωματικά ενός όρθιου κράτους, το οποίο οι πολίτες δεν το βλέπουν ως εχθρό.  Και η ιδιαίτερη πατρίδα μου συνέβαλε εις την αναστάτωση του Βενιζέλου για το πόσο εχθρικά έβλεπαν το κράτος οι πολίτες, γιατί διαπίστωσε ότι στην Ήπειρο οι κτηνοτρόφοι έβλεπαν το κράτος σαν τον απόλυτο εχθρό και ήταν ένα από τα επιχειρήματα τα οποία χρησιμοποιούσε για την Δικαιοσύνη, για την ίδρυση του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο θα κατέτεινε εις το να πάψει αυτή η αντίληψη, η οποία ερχόταν βαθιά από την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Και δεν ήταν μόνο το Συμβούλιο Επικρατείας μια κορυφαία θεσμική παρέμβαση, η οποία συνεχίζεται υπερήφανα μέχρι σήμερα. Και ο νέος Αστικός Κώδικας, που όλη η προετοιμασία του έγινε από τον Βενιζέλο, που και εκεί, κύριε Υπουργέ Δικαιοσύνης, όπως έκανε και στο Συμβούλιο Επικρατείας, όρισε, επικεφαλής όμως, έναν αντιβενιζελικό, τον διακεκριμένο νομικό Κωνσταντίνο Δεμερτζή, μετέπειτα Πρωθυπουργό. Εκεί, στην Επιτροπή, υπηρέτησε ανώτατος δικαστής, ο οποίος, το 1903, αν δεν κάνω λάθος, στην Κρήτη, ο Τσαγρής, είχε καταδικάσει σε φυλάκιση τον ίδιο τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Εκεί ο Κωνσταντίνος Τριανταφυλλόπουλος, εκεί  ο Μπαλής και εκεί ο ίδιος ο Ελευθέριος Βενιζέλος, κυρίες και κύριοι, τακτικότατα στις συνεδριάσεις της Επιτροπής του Αστικού Κώδικος στη Γερουσία, όπως τακτικότατος ήταν και στις συνεδριάσεις της Αναθεωρήσεως του Συντάγματος το 1911. Από τις 42 συνεδριάσεις παρακολούθησε τις 41 για το Σύνταγμα και μετείχε σ’ αυτές με παρεμβάσεις. Το ίδιο αργότερα και στον Αστικό Κώδικα όπως και στο Σύνταγμα, ρωτώντας, συμπληρώνοντας, προσθέτοντας και παίζοντας έναν απίστευτο ρόλο. Ανάμεσα στα άλλα του καθήκοντα, που και αυτό αποδεικνύει ότι αυτός ο άνθρωπος, αυτή η προσωπικότητα, δεν είχε εκείνη την περίοδο μόνο ένα στόχο, είχε πολλαπλούς στόχους και έσερνε τη χώρα, πειθανάγκαζε ενίοτε τη χώρα να τον προφθάσει, κι ας λαχάνιαζε, κι ας αγκομαχούσε ενίοτε η χώρα σε αυτόν τον πειθαναγκασμό αυτής της ηγετικής προσωπικότητος.

Ήταν λοιπόν ο Αστικός Κώδικας, ο οποίος λόγω των πολιτικών εξελίξεων, της Κατοχής, ετέθη σε εφαρμογή αργότερα, το 1946, αλλά όλη η προεργασία, όλη η Επιτροπή είχε ορισθεί από τον Βενιζέλο. Ήταν το γεγονός ότι ίδρυσε, πρώτος αυτός, για τον αγροτικό πληθυσμό –στον απολογισμό του για τη Δικαιοσύνη, είναι αυτό το σημαντικό– τα μονομελή δικαστήρια, και υπερηφανεύεται ο Βενιζέλος στον απολογισμό του έργου του ότι αυτά τα μονομελή δικαστήρια οδήγησαν τον δικαστή στον αγρότη και όχι τον αγρότη στις πρωτεύουσες των νομών για να βρει το δίκαιό του. Και επίσης είναι ενδιαφέρον ότι και άλλες παρεμβάσεις οι οποίες έγιναν στη Δικαιοσύνη, όπως το Εκλογοδικείο και το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, κατέτειναν εις το να οδηγήσει τη Δικαιοσύνη, σαν θεσμική λειτουργία, σε συμμέτοχο και της οικονομικής ανάπτυξης και του πολιτειακού εκσυγχρονισμού της χώρας.

Από τον καταιγισμό των νομοθετημάτων της πρώτης περιόδου, που επί τροχάδην θα σας πω, ξεχωρίζουν τα εξής: Περί Διαθηκών, Περί Τόκου, Τοκογλυφίας και Αισχροκερδείας, Περί της εξ Αυτοκινήτων Ποινικής και Αστικής Ευθύνης, Περί Αθεμίτου Ανταγωνισμού, που ισχύει εν πολλοίς ακόμη, Περί Συστάσεως Εμπορικών Επιμελητηρίων, Περί Σωματείων, Περί Συνεταιρισμών, Περί Εργασίας Γυναικών και Ανηλίκων –σήμερα στη Βουλή είχαμε επερώτηση για την ισότητα των φύλων, όλες αυτές οι προσπάθειες έρχονται από εκείνη την περίοδο– Περί Ζωοκλοπής, Περί Φυγοδικίας, Περί Οπλοφορίας, Περί Επιμόρτων Καλλιεργητών, Περί Ρυθμίσεως Σχέσεων Τσιφλικούχων και Κολλήγων, Περί Εταιριών Περιορισμένης Ευθύνης. Όλα αυτά τα διευκόλυνε η Συνταγματική Αναθεώρηση του 1911, η οποία άλλαξε ή συμπλήρωσε τα μισά άρθρα του Συντάγματος του 1864 κι έτσι ο Βενιζέλος κατάφερε να έχει συνεργάτη του αλλά και ξεχωριστά, στο θεσμικό πεδίο, τη Δικαιοσύνη, στην ασφάλεια του Δικαίου, στην οικονομική δραστηριότητα, η οποία γίνεται πλέον με κανόνες, και στον θεσμικό εκσυγχρονισμό της χώρας.

Ένας Άγγλος ναύαρχος, ο Τζον Ρόμπεκ –ήταν Ύπατος Αρμοστής στην Κωνσταντινούπολη την άνοιξη του 1920– περιγράφει τον Ελευθέριο Βενιζέλο στον Υπουργό Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας, Κούρζον, σαν έναν άνθρωπο ο οποίος προφανώς δεν είναι αθάνατος, είναι κι αυτός εφήμερος, αλλά παρά το ότι είναι εφήμερος δεν παύει να αποτελεί για την Ελλάδα ένα φαινόμενο. Και είναι φαινόμενο τέτοιο, γιατί δεν έχει αντικαταστάτη. Και επειδή δεν έχει αντικαταστάτη, καταλήγει ο Ρόμπεκ, ως φαινόμενο δεν εκπροσωπεί την Ελλάδα. Είναι unicum, είναι κάτι μοναδικό. Πόσο λάθος είχε στην εκτίμησή του ο Άγγλος Ύπατος Αρμοστής! Προτιμώ μία άλλη παρουσίαση, από τον Κωνσταντίνο Τσάτσο, που έζησε τον Βενιζέλο, δεκαεννιάχρονος, στο ξενοδοχείο Mercedes στο Παρίσι, στο Συνέδριο της Ειρήνης, όταν λαχανιασμένος από το άγχος κι από το ανεβοκατέβασμα των σκαλοπατιών ο Κωνσταντίνος Τσάτσος έπαιρνε τα σημειώματα, τα καλογραμμένα και χωρίς διορθώσεις, με τα στρογγυλά γράμματα του Ελευθερίου Βενιζέλου και τα μεταβίβαζε στο τηλεγραφείο. Γράφει ο Κωνσταντίνος Τσάτσος ότι ο Ελευθέριος Βενιζέλος ήταν, στην πιο πυκνή μορφή που μπορούσε να εκφράσει ένας άνθρωπος, η Ελλάδα. Με όλα τα μεγάλα, τα σπάνια προτερήματά της και με τις μεγάλες αδυναμίες της. Εξέφραζε την Ελλάδα. Και αυτός ο ίδιος άνθρωπος, αυτός ο πνευματικός άνθρωπος, παρέστη στην κηδεία του Ελευθερίου Βενιζέλου, η οποία έγινε στα Χανιά και για την οποία, την ημέρα εκείνη, ο μέγας αντίπαλος του Βενιζέλου, στην Καθημερινή, ο Γεώργιος Βλάχος, διακεκριμένος ωστόσο δημοσιογράφος, ξεκίνησε το άρθρο του λέγοντας ότι «απέθανε ο Βενιζέλος σχεδόν σε εξορία, απέθανε ένας άνθρωπος που με τη μορφή του απλώθηκε ως παμμέγιστο φως και άλλοτε ως βαρύτατη σκιά στην Ελλάδα». Για τον Τσάτσο και για τους περισσότερους συντριπτικά Έλληνες σήμερα ο Βενιζέλος ήταν παμμέγιστο φως. Και επιτρέψτε μου, μετά τη συγκίνηση του χρυσού ρολογιού με το σμάλτο της Νέας Ελλάδος, να επαναλάβω μία περιγραφή της σταδιοδρομίας αυτού του ανδρός, που με συγκινεί και είμαι βέβαιος ότι θα συγκινήσει κι εσάς, γραμμένη πάλι από τον Κ. Τσάτσο: «Από τις χιονισμένες κορφές της Ίδης, κάπου εκεί από το Άντρον του Διός, ένα καλοκαιριάτικο πρωί, αποσπασμένος όπως βράχος από βράχο, κατέβηκε από την άγρια, την άσπιλη φύση, απ’ τις βαθύτατες πηγές του ελληνικού μύθου και της ελληνικής ιστορίας, ένας έφηβος με τη χάρη του ζαρκαδιού. Κατέβηκε προς τις ερειπωμένες κατοικίες των ανθρώπων και τις ταπεινωμένες ψυχές τους, με μια μοναδική, αμείλικτη εσωτερική εντολή, να τις αναπλάσει τις ψυχές αυτές, για πολλοστή φορά μέσα στους μακριούς αιώνες της ιστορίας. Βρισκόταν η Ελλάδα την εποχή εκείνη σε μια κρίσιμη καμπή. Η Ελλάδα του 1897, που συνέχιζε άσημα και αδιαμαρτύρητα την αναιμική ύπαρξή της. Ως κοινωνία μας χαρακτήριζε η αδράνεια, η ατονία, η στασιμότητα. Ακόμη κι οι ιδέες οι λυτρωτικές είχαν κιόλας προβληθεί, αλλά δεν έφταναν. Οι λύσεις οι σωστικές είχαν προταθεί. Άνθρωποι και γνώμες υπήρχαν. Ακόμη, απεγνωσμένη επαναστατική αντίδραση υπήρχε, ακατεύθυντη και ασταθής. Όλα σχεδόν υπήρχαν. Οι σπόροι, οι ρίζες, οι κλώνοι και οι χυμοί. Όλα υπήρχαν, εκτός απ’ την πνοή. Όλα υπήρχαν, εκτός από τη δύναμη που θα τους έδινε υπόσταση πραγματική. Όλα υπήρχαν, εκτός από εκείνο που είναι το παν. Ο ηγέτης, το πρόσωπο. Όλα, εκτός από τον άνθρωπο εκείνο που γραφτό ήταν να κατεβεί από τις χιονισμένες κορφές της Ίδης και να γίνει η πνοή, η δύναμη, ο ταγός που θα οδηγούσε επί είκοσι πέντε χρόνια το γένος των Ελλήνων. Σε λίγους μήνες ξύπνησαν οι κοιμισμένες αρετές και ξαφνικά, σε ειρηνικό και σε πολεμικό συναγερμό, ορθώθηκαν έθνος, πολιτεία και κοινωνία. Και φτάσαν στην υπέρτατη απόδοση. Ο Βενιζέλος είχε υποσχεθεί την ανόρθωση και μας έδινε πολλαπλάσια την καθολική και σχεδόν απρόβλεπτα εκτεταμένη αναδημιουργία και αποκατάσταση του έθνους».

Η Δικαιοσύνη, ένας σύντομος απολογισμός της οποίας έγινε, υπήρξε ένα πολύτιμο εργαλείο σε αυτή την ανορθωτική πνοή που επέβαλε ο Ελευθέριος Βενιζέλος στην Ελλάδα, μετά την ταπεινωτική ήττα του 1897 και πριν τη δικτατορία Μεταξά και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Δικαιοσύνη ήταν στα μάτια του Ελευθερίου Βενιζέλου, με σημαιοφόρο το Δικαστήριο που ευόρκως υπηρετείτε, ο μηχανισμός μέσω του οποίου η Ελλάδα θα μπορούσε να γίνει ένα κραταιό, σύγχρονο κράτος, που οι πολίτες του θα είναι υπερήφανοι και αξιοπρεπείς. Και ο Ελευθέριος Βενιζέλος ταυτόχρονα μερίμνησε για το μεγάλωμα της χώρας και το μεγάλωμα των θεσμών.

Και σήμερα, που η τεχνολογία της πολιτικής, παγκοσμίως, οι εικόνες, η σύγχυση ανάμεσα σε δύο λεξούλες και η ψευδοσυνωνυμία η καταστροφική ανάμεσα στις λεξούλες αυτές –γνωστός ίσον άξιος– σήμερα λοιπόν που η τεχνολογία της πολιτικής επιχειρεί να εκτοπίσει μονίμως και προς τεράστια ζημιά των πολιτειών και των πολιτών την τέχνη της πολιτικής, αυτήν που υπηρέτησε ο Ελευθέριος Βενιζέλος κι όσοι πιστεύουν και πίστεψαν σ’ αυτόν, σήμερα, πάλι ο ίδιος ποιητής που τον ευαγγελίσθηκε, πάλι ο ίδιος ποιητής μας τον περιγράφει και μας γεμίζει ελπίδα: «Κι αν είναι πλήθος τα άσχημα, κι αν είναι τ’ άδεια αφέντες, φτάνει μια σκέψη, μια ψυχή, φτάνεις εσύ, να δώσει νόημα στων πολλών την ύπαρξη, ένας φτάνει».

Σας ευχαριστώ.   





Επιστροφή
 
Η Διαδικτυακή Πύλη της Βουλής των Ελλήνων χρησιμοποιεί cookies όπως ειδικότερα αναφέρεται εδώ