Βουλευτές

Βουλευτές

Τα μέλη της Βουλής εκλέγονται απευθείας από το εκλογικό σώμα με άμεση, καθολική και μυστική ψηφοφορία κατά τις βουλευτικές εκλογές (άρθρο 51 παρ. 3 Σ.). Το Σύνταγμα δεν προσδιορίζει επακριβώς τον αριθμό των Βουλευτών (άρθρο 51 παρ. 1 Σ.), αλλά προβλέπει ότι οι Βουλευτές δεν μπορεί να λιγότεροι από διακόσιοι (200) ούτε περισσότεροι από τριακόσιοι (300). Από το 1952 έχει καθιερωθεί οι Βουλευτές να είναι τριακόσιοι (300). Οι Βουλευτές αποκτούν το αξίωμά τους από την ημέρα της εκλογής τους. Από τους 300 Βουλευτές, ένα μέρος τους, όχι μεγαλύτερο του ενός εικοστού, μπορεί να εκλέγεται ενιαίως σε ολόκληρη την Επικράτεια, σε συνάρτηση με τη συνολική εκλογική δύναμη του κάθε κόμματος (πρόκειται για τους λεγόμενους Βουλευτές Επικρατείας - άρθρο 54 παρ. 3 Σ.)


Απόκτηση του βουλευτικού αξιώματος

Υποψηφιότητα ως Βουλευτές μπορούν να θέσουν όσοι έχουν το δικαίωμα του εκλέγεσθαι (ή παθητικό εκλογικό δικαίωμα).Το δικαίωμα αυτό προϋποθέτει ότι ο υποψήφιος έχει την ελληνική ιθαγένεια, έχει το δικαίωμα του εκλέγειν, έχει συμπληρώσει το εικοστό πέμπτο (25) έτος της ηλικίας του κατά την ημέρα της εκλογής και δεν εμπίπτει σε κάποιο από τα "κωλύματα εκλογιμότητας" που προβλέπονται στο Σύνταγμα.


Τα κωλύματα εκλογιμότητας


Ως κωλύματα εκλογιμότητας νοούνται κάποιες ιδιότητες οι οποίες εάν συντρέχουν στο πρόσωπο κάποιου, αυτός δεν μπορεί να ανακηρυχθεί υποψήφιος Βουλευτής. Τα κωλύματα εκλογιμότητας σκοπό έχουν να εμποδίσουν την άσκηση επιρροής από κάποιον ο οποίος κατέχει κρατική θέση και προτίθεται να είναι υποψήφιος Βουλευτής. Τα κωλύματα αυτά, που αναφέρονται με τρόπο περιοριστικό στο άρθρο 56 του Συντάγματος (όπως αυτό αναθεωρήθηκε τον Απρίλιο του 2001) μπορούν συστηματικά να καταταγούν σε τρεις κατηγορίες: στα απόλυτα, τα σχετικά και τα τοπικά.

Το απόλυτο κώλυμα αποκλείει την ανακήρυξη κάποιου ως Βουλευτή για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, ακόμη και εάν αυτός παραιτηθεί προηγουμένως από την ιδιότητα που δημιουργεί το κώλυμα. Έτσι, δεν ανακηρύσσονται υποψήφιοι Βουλευτές οι πολιτικοί υπάλληλοι και οι στρατιωτικοί που έχουν αναλάβει εκ του νόμου υποχρέωση να παραμείνουν στην υπηρεσία για ορισμένο χρόνο και για όσο χρόνο διαρκεί η υποχρέωση αυτή, καθώς και τα ανώτερα αιρετά μονοπρόσωπα όργανα των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης δεύτερου βαθμού (πχ. οι περιφερειάρχες) για όσο χρόνο διαρκεί η θητεία τους.

Το σχετικό κώλυμα απαιτεί από τον υποψήφιο να παραιτηθεί από την ιδιότητα που του δημιουργεί το κώλυμα πριν από την ανακήρυξή του ως υποψηφίου. Εδώ εντάσσονται, μεταξύ άλλων, οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι στρατιωτικοί, οι κατέχοντες διευθυντικές θέσεις σε δημόσιους οργανισμούς ή σε δημόσιες επιχειρήσεις και άλλοι.
Το τοπικό κώλυμα, τέλος, εμποδίζει την ανακήρυξη κάποιου ως υποψηφίου στη συγκεκριμένη εκλογική περιφέρεια στην οποία ασκούσε τις αρμοδιότητές του τους τελευταίους δεκαοκτώ μήνες της τετραετούς βουλευτικής περιόδου. Εδώ εντάσσονται, μεταξύ άλλων, οι γενικοί ή ειδικοί γραμματείς υπουργείων ή αυτοτελών γενικών γραμματειών ή περιφερειών, τα μέλη των ανεξαρτήτων αρχών, οι ανώτεροι και ανώτατοι αξιωματικοί των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, τα διευθυντικά στελέχη νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και δημοσίων επιχειρήσεων και άλλοι.


Τα βουλευτικά ασυμβίβαστα

Τα ασυμβίβαστα ανακύπτουν μετά την εκλογή στο βουλευτικό αξίωμα. Είναι ορισμένες ιδιότητες ή έργα που δεν επιτρέπεται να συντρέχουν με τη βουλευτική ιδιότητα, προκειμένου να αποτρέπεται η δυνατότητα αλλά και η δημιουργία της εντύπωσης ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί η βουλευτική ιδιότητα προς εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων. Μεταξύ άλλων, προβλέπεται η απαγόρευση να σχετίζονται οι Βουλευτές ως ιδιοκτήτες, μέτοχοι ή ως διευθυντικά στελέχη με επιχειρήσεις που αναλαμβάνουν οποιεσδήποτε μελέτες ή έργα του δημοσίου ή με επιχειρήσεις που κατέχουν ή διαχειρίζονται ραδιοτηλεοπτικά μέσα ή εφημερίδες πανελλήνιας κυκλοφορίας (βλ. άρθρο 57 Σ., όπου περιγράφονται και τα υπόλοιπα ασυμβίβαστα).


Απώλεια του βουλευτικού αξιώματος

Υπάρχουν συγκεκριμένοι λόγοι εξ αιτίας των οποίων οι Βουλευτές μπορούν να χάσουν το αξίωμά τους. Αυτοί είναι ο θάνατος, η παραίτηση από το αξίωμα, η λήξη της βουλευτικής περιόδου, η ακύρωση της εκλογής τους με απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου (ΑΕΔ) και η έκπτωση από το αξίωμά τους (εάν ο Βουλευτής απολέσει κάποια από τις προϋποθέσεις του δικαιώματος του εκλέγεσθαι, εάν συντρέξει στο πρόσωπό του κάποιο από τα κωλύματα εκλογιμότητας ή τα βουλευτικά ασυμβίβαστα ή εάν διαπιστωθεί υπέρβαση των εκλογικών δαπανών ή κάποια άλλη προϋπόθεση έκπτωσης από αυτές που προβλέπονται στο αναθεωρημένο άρθρο 29 παρ. 2 του Συντάγματος). Σε κάθε περίπτωση, την έκπτωση διαπιστώνει με απόφασή του το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (ΑΕΔ). Μετά την απώλεια του αξιώματος από κάποιον Βουλευτή, τη βουλευτική έδρα καταλαμβάνει ο επόμενος στη σειρά επιλαχών υποψήφιος Βουλευτής του ίδιου κόμματος της ίδιας εκλογικής περιφέρειας.

Οι Βουλευτές αντιπροσωπεύουν το έθνος και ψηφίζουν κατά συνείδηση (άρθρα 51 παρ. 2 και 60 Σ.). Τούτο σημαίνει ότι δεν οφείλουν να ενεργούν σύμφωνα με τις υποδείξεις των εκλογέων τους ούτε εκπροσωπούν την περιφέρεια στην οποία εκλέγονται. Δεν διώκονται ή εξετάζονται για γνώμη ή ψήφο που έδωσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους (με εξαίρεση τη συκοφαντική δυσφήμηση, αλλά και γι' αυτήν απαιτείται άδεια της Βουλής, άρθρο 61 παρ. 1 και 2. Σ.) Οι Βουλευτές απολαμβάνουν "βουλευτικής ασυλίας", δηλαδή δεν διώκονται ποινικά (με εξαίρεση τα αυτόφωρα εγκλήματα), ούτε συλλαμβάνονται, ούτε φυλακίζονται κατά τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου, παρά μόνον μετά από άδεια της Βουλής (άρθρο 62 Σ.).